Πώς ο εγκέφαλος μεγαλώνει γελώντας
Το παιχνίδι είναι παραπάνω από ένα «χόμπι» των παιδιών – είναι η περιοχή όπου συμπυκνώνονται πολύπλευρες διαδικασίες ανάπτυξής τους. Είναι ο τρόπος με τον οποίο ο εγκέφαλός τους οργανώνεται. Από τις πρώτες κιόλας εβδομάδες ζωής, το μωρό που κλωτσάει επαναλαμβανόμενα τα πόδια του στην κούνια ενεργοποιεί αισθητηριακά κυκλώματα, δοκιμάζει ρυθμούς, πειραματίζεται με την αιτία και το αποτέλεσμα. Ο Piaget (1962) το ονόμασε «λειτουργική άσκηση», ο Vygotsky (1978) το είδε ως το πεδίο όπου το παιδί γίνεται «λίγο πιο ικανό απ’ όσο είναι στην πραγματικότητα». Σήμερα, η νευροβιολογία τους δικαιώνει και με μαγνητικές τομογραφίες.
Οι ερευνητές όπως ο Jaak Panksepp (2005) μιλούν για «play circuits» στον εγκέφαλο: συγκεκριμένα νευρικά μονοπάτια που ενεργοποιούνται αποκλειστικά όταν το παιδί παίζει αυθόρμητα. Αυτά τα κυκλώματα δεν είναι περιφερειακά. Βρίσκονται βαθιά στα κέντρα του συναισθήματος και του κινήτρου –εκεί όπου χτίζονται η περιέργεια, η χαρά, αλλά και η ικανότητα αυτορρύθμισης. Μέσα από το παιχνίδι τα παιδιά ρυθμίζουν την ενέργειά τους. Ένα παιδί που παίζει ρυθμικά, που φτιάχνει και γκρεμίζει πύργους, που γουργουρίζει φανταστικές ιστορίες, οργανώνει τον εσωτερικό του ρυθμό, αυτορρυθμίζεται.
Μεγαλώνοντας, το παιδί περνά σε πιο «ανεπτυγμένες» μορφές παιχνιδιού. Μέσα από το συμβολικό παιχνίδι –όταν ένα κουτάλι γίνεται ραβδί ή το πάπλωμα γίνεται βάρκα –το παιδί μεταβαίνει από τον κόσμο του αισθητού στον κόσμο του νοητού, από τη συγκεκριμένη σκέψη στη συμβολική, από την πραγματικότητα στο μετασχηματισμό της. Το παιδί δοκιμάζει ρόλους, επεξεργάζεται όσα δεν καταλαβαίνει, ξαναγράφει τον κόσμο όπως μπορεί να τον αντέξει. Το νευρικό του σύστημα μαθαίνει πως ό,τι τρομάζει μπορεί να μεταμορφωθεί. Πρόκειται για μια τεράστια μετάβαση –σε νοητικό, συναισθηματικό, υπαρξιακό επίπεδο.
Το παιχνίδι είναι θεμελιώδης μηχανισμός μάθησης: τα παιδιά μαθαίνουν επειδή παίζουν. Έρευνες και θεωρίες από το πεδίο της αναπτυξιακής ψυχολογίας και της νευροεπιστήμης δείχνουν πως μέσα από το παιχνίδι αναπτύσσονται ταυτόχρονα κινητικές, κοινωνικές και νοητικές δεξιότητες: η επαναλαμβανόμενη κίνηση και η δοκιμή σωμάτων στο χώρο συνεισφέρουν στην εκπαίδευση της αδρής και λεπτής κινητικότητας (βλ. Thelen 1994· Pellegrini & Smith 1998), το συμβολικό παιχνίδι και οι ρόλοι ενισχύουν τη γλωσσική ανάπτυξη, την συμβολική σκέψη και τη θεωρία του νου (Piaget 1962; Vygotsky 1978), ενώ οι πολύπλοκες σκηνοθεσίες παιχνιδιού προϋποθέτουν και εξασκούν εκτελεστικές λειτουργίες — σχεδιασμό, προσοχή, εργαζόμενη μνήμη — που όλο και περισσότερο συνδέονται με νευροβιολογικά ίχνη ωρίμανσης του προμετωπιαίου φλοιού (Diamond 2013). Παράλληλα, πειραματική και παρατηρητική έρευνα υποδεικνύει ότι το παιχνίδι συμβάλλει στη ρύθμιση συναισθηματικής έντασης και στη δοκιμή κοινωνικών κανόνων: το παιδί μαθαίνει να διαπραγματεύεται όρια, ρόλους και συναισθήματα (Panksepp 2005; Pellegrini 2009). Σημαντικό είναι να σημειώσουμε πως τα ευρήματα δείχνουν μηχανισμούς και συσχετίσεις –το παιχνίδι θέτει τις νευρωνικές και εμπειρικές προϋποθέσεις για μάθηση και αυτορρύθμιση, χωρίς να είναι απλώς «εργαλείο» αλλά ένας δυναμικός τρόπος ανάπτυξης.
Ο ρόλος του ενήλικα – γονέα ή εκπαιδευτικού – είναι να αντηχεί στο παιχνίδι των παιδιών. Στη γλώσσα της αναπτυξιακής ψυχολογίας αυτό ονομάζεται attunement: η ικανότητα να συγχρονιζόμαστε συναισθηματικά και ρυθμικά με το παιδί, χωρίς να παίρνουμε τον έλεγχο. Όταν το παιδί σπρώχνει ένα αυτοκινητάκι και εμείς μουρμουρίσουμε αυθόρμητα ένα «βρρρρρρ», όταν πει «κοίτα τι έφτιαξα!» και απαντήσουμε με ένα απλό «πωω, αυτό δεν το είχα ξαναδεί», τότε το παιδί δεν μαθαίνει απλώς ότι το παιχνίδι του έχει αξία – μαθαίνει ότι το ίδιο έχει αξία.
Αυτή η συναισθηματική αντανάκλαση είναι η βάση της αυτοεκτίμησης. Αυτό που χρειάζεται «για να συβεί» είναι παρουσία, διαθεσιμότητα και την τέχνη να συνοδεύεις χωρίς να καθοδηγείς. Ο γονέας που κάθεται δίπλα, παρατηρεί, χαμογελά και ακολουθεί τον ρυθμό του παιδιού, προσφέρει κάτι που καμία παιδαγωγική δραστηριότητα δεν μπορεί να αντικαταστήσει: το βίωμα ότι «αυτό που φτιάχνω, αυτό που φαντάζομαι, ο τρόπος δηλαδή που υπάρχω τώρα αξίζει να το μοιραστώ γιατί κάποιος το βλέπει και βλέπει κι εμένα».
Το παιχνίδι, λοιπόν, δεν είναι «διάλειμμα» από την ανάπτυξη και τη μάθηση: είναι ο τρόπος που ξεδιπλώνονται. Δεν χρειάζεται να το κάνουμε πιο έξυπνο, πιο χρήσιμο ή πιο παιδαγωγικό. Χρειάζεται να του αφήσουμε χώρο. Παίζοντας μαζί, παίζοντας παράλληλα, παρατηρώντας και καθρεφτίζοντας, ή κάποιες φορές απλά επιτρέποντάς το.
Το παιχνίδι ξέρει τον δρόμο του. Αν το εμπιστευτούμε, θα ανοίξει μαγικές διαδρομές, για το παιδί, για εμάς που στεκόμαστε δίπλα του, για τη σχέση μας μαζί του.