Αναλαμπές εν μέσω καλοκαιρινής νάρκης
Μια σειρά κειμένων για την κίνηση και τη μετατόπιση μέσα στην ακινησία της θερινής ραστώνης
Το καλοκαίρι δεν κινείται πάντα. Κάποιες μέρες σέρνονται. Κάποιες μέρες κολλάνε πάνω στο δέρμα σου σαν ζέστη. Δεν είναι όλες ανάλαφρες. Δεν είναι όλες ξεκούραστες. Μα όλες είναι διεσταλμένες.
Στη θεραπεία, αυτή την εποχή, συναντώ ξανά και ξανά εκείνη την παράδοξη παύση: μια παύση που δεν είναι διακοπή, μα ούτε εξέλιξη. Δεν είναι ανάπαυση, ούτε κόπος. Σαν ένα μετέωρο σημείο όπου όλα μοιάζουν σαν να κρατούν την ανάσα τους…περιμένοντας κάτι να συμβεί, κάτι να ανδυθεί που είναι ακόμα αδιευκρίνηστο, κάτι που έχει παρουσία μα ακόμα δεν έχει όνομα.
Η σειρά αυτή γράφτηκε ώστε να λειτουργήσει ως σταθερή παρουσία για όσους/ες τη χρειάζονται. Για εσένα που μπορεί να νιώθεις μόνος/η. Ή που διέκοψες τις διαδικασίες σου χωρίς να το έχεις επιλέξει. Ή που απλώς δεν βρίσκεις λέξεις να περιγράψεις μια ασάφεια που αιωρείται. Για σένα που ταλαντεύεσαι ανάμεσα στο να προχωρήσεις παρακάτω ή να σταθείς λίγο ακόμη. Για σένα που δεν πονάς ακριβώς αλλά κάτι μέσα σου μοιάζει να είναι σε εκκρεμότητα.
Όχι για να σε αφυπνίσει, ούτε για να σου προτείνει τρόπους διαφυγής. Μόνο για να σταθεί εκεί. Να είναι διαθέσιμη, όπως μπορεί να είναι μια σχέση θεραπευτική: χωρίς βιασύνη, χωρίς πίεση, χωρίς προορισμό- όχι κάπου αλλού, αλλά εδώ που είσαι ήδη.
Δέκα μικρά κομμάτια για τις μέρες που δεν κινούνται — ή κινούνται αργά, από μέσα.
1. Μέρες που διαστέλλονται: ψυχικές διεργασίες το καλοκαίρι
Το καλοκαίρι δεν τους ξεκουράζει όλους. Μερικές φορές διαστέλλει αυτό που δεν λέγεται. Και τότε το σώμα σφίγγεται σαν από αδιευκρίνηστο κόμπο- σαν κάτι να πιέζει να αναδυθεί
2. Η σιωπή των άδειων πόλεων
Όταν όλα αδειάζουν, τι μένει να ακουστεί; Το καλοκαίρι φέρνει ένα είδος σιωπής που δεν είναι πάντα γαλήνη. Στην παύση της κίνησης, αναδύεται ο εσωτερικός θόρυβος.
3. Φως στους σκονισμένους τόπους της μνήμης
Η μνήμη δεν παίρνει διακοπές. Το καλοκαίρι ξυπνά εικόνες — συχνά όχι επιλεγμένες. Η λειτουργία της μνήμης μέσα στο σκονισμένο φως και τη ραστώνη.
4. Το βάρος των ανάλαφρων ημερών
Όταν το “ξεκουράσου” γίνεται απαίτηση. Η προσδοκία της ανάπαυσης μπορεί να μετατραπεί σε δυσφορία. Στη θεραπεία, αυτό συχνά φωτίζει τη δυσκολία του να να σταθείς στον εαυτό σου χωρίς να του απαιτείς να αλλάξει.
5. Το θερινό παράδοξο της αναγκαστικής ελευθερίας
Όταν δεν είσαι καλά, ενώ θα “έπρεπε”. Το καλοκαίρι υπόσχεται ελευθερία. Αλλά τι γίνεται όταν η εμπειρία δεν συμφωνεί με το κυρίαρχο αφήγημα;
6. Η μοναξιά σε καιρούς συντροφίας
Όταν όλοι είναι κάπου μαζί, και εσύ δεν ανήκεις πουθενά. Το καλοκαίρι εντείνει την αίσθηση της μοναξιάς σε όσους δεν ακολουθούν το “ρεύμα” της συντροφικότητας.
7. Το απογυμνωμένο σώμα
Το βλέμμα των άλλων και η έκθεση. Το βλέμμα προς τα μέσα και η ντροπή. Το καλοκαίρι φέρει βίαια στο επίκεντρο τη σχέση με τον εαυτό μέσω της ορατότητας του σώματος. Ποια είναι η θέση του σώματος στη θεραπεία;
8. Η παύση ως παρουσία και ως σχέση
Όταν σταματά κάτι – τι μπαίνει στη θέση του; Η παύση της θεραπείας το καλοκαίρι δεν είναι αναγκαστικά απώλεια. Είναι μία άλλη μορφή συνέχειας, μία σχέση που επιτρέπει τη διακοπή.
9. Για την ακινησία του Είμαι και τη μη-δράση
Μια στοχαστική επιστροφή στην ακινησία ως πεδίο θεραπευτικής ενσυναίσθησης και εμπιστοσύνης στη μη-δράση.
10. Η κουρασμένη υπόσχεση της νέας αρχής
Για αυτή τη λεπτή μελαγχολία των κλεισιμάτων. Για αυτό το νέο που οφείλει να αρχίσει. Ή για το ίδιο γνώριμο ξανά και ξανά από την αρχή.
#1. Μέρες που διαστέλλονται: Ψυχικές διεργασίες το καλοκαίρι
Όσα δεν ειπώθηκαν στον θόρυβο διαστέλλονται μέσα στη σιγή
Κάποιες εποχές συρρικνώνουν τον εαυτό. Η ένταση της καθημερινότητας και ο σφιχτός προγραμματισμός του χειμώνα μας πιέζουν μα και μας προσφέρουν σαφή όρια. Κάποιες άλλες τον διαστέλλουν. Το καλοκαίρι είναι από αυτές. Όχι απαραίτητα γιατί όλα γίνονται ανάλαφρα, εύκολα και ξεκούραστα. Συχνά συμβαίνει το αντίθετο. Οι ρυθμοί χαλαρώνουν και μαζί τους χαλαρώνουν τα προστατευτικά περιβλήματα.
Είναι μια εποχή που στη θεραπεία έρχομαι σε επαφή με αυτό το βιώμα μιας άμορφης ματαίωσης: Προγραμματίζω ξεκούραση και συχνά κουβαλάω μια ανησυχία. Μια αίσθηση κενού, τη στιγμή που τίποτα δεν φαίνεται να λείπει. Κάτι που δεν μου επιτρέπει να βολευτώ μέσα στην ξεκούραση. Επενδύω στο καλοκαίρι για να πάρω μια ανάσα- και με πνίγουν αδιευκρίνηστοι κόμποι. Ο χρόνος διαστέλλεται – μαζί και ο εαυτός – και αυτά που ήταν στην περιφέρεια βρίσκονται ξαφνικά στο κέντρο της προσοχής. Ανοιχτοί λογαριασμοί που τους λογάριαζα κλειστούς ανοίγουν διάπλατα μέσα μου και με ξεβολεύουν.
Μοιάζει παράδοξο, αλλά κάποιες φορές, το καλοκαίρι, ακριβώς επειδή υπόσχεται, λειτουργεί σαν καθρέφτης των ανεκπλήρωτων. Του ανολοκλήρωτου. Της φαντασίωσης αυτού του «άλλου εαυτού» που τελικά δεν έρχεται. Κι ενώ επιτέλους η ανά- παυση επιτρέπεται, εγώ δυσφορώ, κι ενώ όλα μου λένε: «είσαι πια ελέυθερ@», μέσα μου σφίγγομαι. Δεν πρόκειται για αδυναμία ή για λάθος, αλλά για μια βαθιά εμπειρία που ζητά νοηματοδότηση.
Αυτός ο αλλαγμένος χρόνος για κάποιους μπορεί να λειτουργήσει ως χώρος απογύμνωσης: χωρίς ξεκάθαρους ρόλους, χωρίς εξωτερικό ρυθμό να ακολουθήσουν, χωρίς σαφείς στόχους. Κι όμως υπάρχει μια υπόγεια κινητικότητα. Επιθυμίες, αναστολές, ασάφειες που πιέζουν να πάρουν ένα όνομα. Κι εκεί μπορεί να έρθει μια παράξενη αίσθηση ασφυξίας. Αυτή τη φορά όχι από τα εξωτερικά συμβάντα. Αυτή τη φορά από την εσωτερική κίνηση που παραδόξως μοιάζει με κενό. Το σώμα χαλαρώνει αλλά κάτι μέσα σφίγγεται. Σαν αντίδραση στην ασυμφωνία μεταξύ εξωτερικής σιγής και ενός απρόσκλητου αδιευκρίνηστου εσωτερικού θορύβου.
Σε κάποιους από εμάς το καλοκαίρι έρχεται ανακουφιστικά. Σε κάποιους έρχεται φέροντας αυτή τη ματαίωση, που μπορεί να βιώνεται απαλά, άλλες φορές ενοχλητικά και αποπροσανατολιστικά, ενώ άλλες ασφυκτικά. Κάποιοι διακόπτουν τη θερπαεία το καλοκαίρι για να πάρουν διάλειμμα ή απόσταση, κάποιοι πάλι νιώθουν ότι χρειάζονται μέσα σε αυτή την ιδιαίτερη μετάβαση να λάβουν υποστήριξη. Είναι ΟΚ! Δεν υπάρχει σωστό και λάθος! Υπάρχει μόνο η αλήθεια του καθενός, στη στιγμή που ξέρει πιο καλά ότι είναι η σωστή. Και η θεραπεία έρχεται να υποδεχτεί και να χωρέσει αυτό που μέσα στο ανεξήγητο κενό ψάχνει να χωρέσει. Σαν σκιά σε μεσημεριάτικο φως.
Όπως και να σε βρίσκει το καλοκαίρι, είναι ΟΚ! Δεν υπάρχει σωστός τρόπος να βιωθεί κάτι. Η εσωτερική φωνή γνωρίζει σε τι σε καλεί. Αν θες να την ακούσεις, να ανταποκρίθείς, να αναζητήσεις, αν θές να αναβάλλεις και να περιμένεις τη στιγμή που εσύ ξέρεις ότι είναι η σωστή για να «κινηθείς», είναι αληθινά πολύ ΟΚ!
#2. Η σιωπή των άδειων πόλεων
Δεν είναι άδεια η σιωπή που πονάει
Είναι πιο γεμάτη από όσο αντέχω να χωρέσω
Μια ιδιότυπη σιωπή σκεπάζει τις άδειες πόλεις το καλοκαίρι, σαν διάφανο μα τραχύ σεντονάκι. Δεν είναι ησυχία, δεν είναι ανάπαυση. Μια σιωπή που γαντζώνεται στα απάτητα πεζοδρόμια και αιωρείται στα άδεια μπαλκόνια. Τα φανάρια αναβοσβήνουν κανονικά, αλλά δεν υπάρχει κίνηση να τα δικαιώσει. Ο αέρας στέκεται ακίνητος πυκνός. Οι ήχοι βουβαίνονται και πνίγονται στο συμπαγές κενό. Είναι η σιωπή αυτών που έμειναν πίσω. Γιατί ήθελαν. Ή γιατί δεν μπορούσαν αλλιώς. Και αυτό το «δεν μπορούσαν» , το «δεν είχαν άλλη επιλογή», αυτό το αναγκαστικό παρόν, μπορεί να φέρει στην επιφάνεια κάτι που αλλιώς θα ’μενε θαμμένο. Μια παλαιότερη ματαίωση, μια αίσθηση αποκλεισμού, μια μνήμη εγκατάλειψης. Μια επώδυνη εμπειρία από την οποία έπρεπε να φύγεις για να προστατευτείς μα η επιλογή αυτή απουσίαζε. Η μη επιλογή φυγής δεν είναι πάντα απλώς μια οικονομική ή πρακτική συνθήκη, γίνεται συχνά ένας πυροδοτητής. Μπορεί να ενεργοποιήσει παλιούς μηχανισμούς πόνου, να φέρει κοντά το τραύμα, ειδικά όταν γύρω όλα σωπαίνουν και δεν υπάρχει τίποτα να διακόψει τη συνάντηση μαζί του.
Στο κενό αυτό, η θεραπεία μπορεί να λειτουργήσει σαν ένα σταθερό σημείο, όχι για να γεμίσει τη σιωπή, αλλά για να πλαισιώσει ό,τι αρχίζει να κινείται μέσα της. Γιατί μερικές διεργασίες, αυτές που αφορούν την ανθεκτικότητα, τη μνήμη και τη διαχείριση του ανείπωτου, δεν εμφανίζονται με φασαρία. Εμφανίζονται όταν ο θόρυβος έχει αποχωρήσει. Και τότε μπορεί να ακούγεται πιο καθαρά αυτό που έμενε πάντα στο περιθώριο: το αίσθημα ότι κάτι μέσα σου έχει ακινητοποιηθεί, όχι γιατί τελείωσε, αλλά γιατί δεν βρήκε ποτέ λέξη να αρθρωθεί, έδαφος να σταθεί, βλέμμα να το επιβεβαιώσει. Κι έτσι, η παραμονή στην άδεια πόλη – άδεια από βλέμματα που μπορούν να επικυρώσουν αυτό που βαθιά μέσα μου επίμονα ζητά ορατότητα- μπορεί να γίνει ευκαιρία για μια ειλικρινή, κοπιαστική και συχνά δύσβατη, ωστόσο βαθιά ουσιαστική ψυχική διεργασία.
Πρόκειται για μια κομβική στιγμή στη θεραπευτική Συνάντηση: Όταν Εγώ κι Εσύ μένουμε και δε φεύγουμε, στεκόμαστε σε αυτό που έχει αναδυθεί και πονάει. Δεν βιαζόμαστε να το προσπεράσουμε για κάτι εύπεπτο, δεν βιαζόμαστε να το παρηγορήσουμε. Το κρατούμε μαζί, το χωράμε κι έτσι μπορούμε να το αντέξουμε. Και τότε, το «μένω-Μαζί» γίνεται Επιλογή.
#3. Φως στους σκονισμένους τοπους της μνήμης
Και στον πιο βαθύ ύπνο, ένα βλέμμα μένει ανοιχτό
είναι το βλέμμα της μνήμης που κρατά ζωντανή την ιστορία που με έφερε ως εδώ
Υπάρχουν μέρη που δεν είναι απλώς τοποθεσίες, είναι στρώσεις. Το χωριό, η παραλία των παιδικών χρόνων, το πατρικό σπίτι που μένει μόνο του τον χειμώνα και ξανανοίγει το καλοκαίρι, όλα γίνονται τόποι αποθήκευσης: μυρωδιές, βλέμματα, εντάσεις, σιωπές, κληρονομημένες χειρονομίες. Γυρνάς εκεί -ή δεν γυρνάς- και κάτι ξυπνά. Όχι πάντα ευχάριστο. Καμιά φορά το καλοκαίρι, με τον αργό του χρόνο και τον ανοιχτό του ορίζοντα, ενεργοποιεί αναμνήσεις με τρόπο παράδοξο: σαν να επιστρέφουν πριν τις καλέσεις, χωρίς να σε ρωτήσουν. Η μνήμη το καλοκαίρι δεν είναι γραμμική. Δεν έχει δομή αφήγησης. Ξεπηδάει από μικρές αφορμές, ένα τραπεζομάντηλο, το φως που χτυπάει το παλιό πάτωμα, η σκόνη στον αέρα το απόγευμα. Είναι αισθητηριακή, διαπεραστική, σωματική. Μπορεί να φέρει μια γλύκα· μπορεί και να σε συρρικνώσει. Να νιώσεις μικρός, εκτεθειμένος, μέσα σε ένα παρελθόν που σε κοιτά και δεν έχει λήξει.
Για κάποιους, αυτή η επιστροφή είναι ευκαιρία. Για άλλους, μπορεί κάποτε να γίνεται βάρος. Κι εδώ βρίσκεται και το πεδίο της ψυχοθεραπευτικής δουλειάς: όχι να αναλύσει τα περιεχόμενα της μνήμης, αλλά να τα πλαισιώσει. Να δημιουργήσει έναν ασφαλή χώρο μέσα στον οποίο αυτή η εσωτερική επιστροφή να μην είναι τυφλή ανακύκλωση, αλλά δυνατότητα επανανοηματοδότησης της εμπειρίας σου και επανα-αφήγησης της ιστορίας σου με άξονα το δικό σου μοναδικό νόημά της.
Γιατί δεν είναι όλες οι αναμνήσεις «θέματα προς επίλυση». Κάποιες υπάρχουν μόνο για να υπενθυμίζουν μια παλαιότερη θέση του εαυτού στον κόσμο. Και το ζητούμενο δεν είναι πάντα η αποδέσμευση. Καμιά φορά, είναι η αποδοχή πως η μνήμη μένει, αλλά ο τρόπος που στεκόμαστε απέναντί της μπορεί να αλλάξει.
Η ιστορία μου δεν αλλάζει. Αλλάζει όμως ο τρόπος που επιλέγω να την αφηγηθώ.
#4. Το βάρος των ανάλαφρων ημερών
Αχ, ελαφρότητα
Τι αβάσταχτη που γίνεσαι ώρες ώρες!
Ίσως κάποι@ από έμας έχουμε κάποτε έρθει σε επαφή με αυτή τη λεπτή στιγμή, συχνά λίγο μετά την άφιξη. Στο νησί, στο χωριό, στο μπαλκόνι μιας πόλης που έχει αδειάσει. Όπου το σώμα ξαπλώνει, το βλέμμα χάνει τον ορίζοντα, κι όμως κάτι δεν χαλαρώνει. Μπορεί να είναι κάτι ανεπάισθητο, αδιόρατο. Κάτι που είναι στο σώμα κι όμως δεν μπορούμε να εντοπίσουμε σε ποιο σημείο ακριβώς. Μια σκέψη: «Επιτέλους ξεκούραση», και αμέσως μετά, κάτι που δεν ανταποκρίνεται, σαν αυτή φράση να μην καθρεφτίζει όλη την αλήθεια του. Ένα ανεπαίσθητο σφίξιμο, μια μη-χαρά. Υπάρχουν άνθρωποι που, μόλις μπαίνουν σε περίοδο ανάπαυσης, αρχίζουν να νιώθουν βαρύτεροι. Ίσως γιατί, μόλις επιτραπεί στο σώμα να καθίσει, να αποδεσμευτεί από την προσπάθεια, αναδύεται το βάρος που με τόση προσπάθεια έπνιγε. Ίσως γιατί η ψυχή δεν προορίζεται να προσαρμόζεται βίαια στους εξωτερικούς ρυθμούς. Ίσως γιατί σε ρυθμούς βραδύτητας, βρίσκουν χώρο ερωτήματα που ο βιαστικός χειμώνας απέκλειε.
Τότε νιώθουμε ματαίωση. Μπορεί ακόμα και ντροπή: «Γιατί δεν μπορώ να ξεκουραστώ;» Η ανάπαυση δεν είναι πάντα εύκολη. Ιδίως όταν έρχεται ύστερα από περιόδους εσωτερικής έντασης, από μια μάχη αόρατη που έχει προηγηθεί. Δεν είναι δεδομένο ότι, με το που απομακρυνθούμε από τα εξωτερικά ερεθίσματα, θα έρθει και το εσωτερικό άδεισμα, το reset. Καμιά φορά, στη σιωπή εμφανίζεται αυτό που η ένταση συγκρατούσε. Και τότε, η σιωπή δεν ξεκουράζει – ξεσκεπάζει.
Στην ψυχοθεραπεία, αυτό το παράδοξο της ανάπαυσης είναι γνώριμο. Η μετάβαση σε μια παύση -ειδικά αν είναι η πρώτη ύστερα από καιρό- μπορεί να λειτουργήσει απορρυθμιστικά. Και τότε, συχνά, βιαζόμαστε να την «διορθώσουμε», να ξαναβρούμε τη χαρά ή τη ροή, να αλλάξουμε. Μα αυτή η βιασύνη να αλλάξω, να νιώσω αλλιώς, να ακυρώσω αυτό που νιώθω για να το αντικαταστήσω γρήγορα γρήγορα με κάτι άλλο, πιο ανάλαφρο, πιο επιθυμητό ή αποδεκτό -αυτή η βιασύνη είναι βία προς τον εαυτό.
Η ψυχική αλλαγή δεν έρχεται από την αγωνιώδη επιδίωξη της αλλαγής, αλλά από την αποδοχή του πού βρισκόμαστε. Η παράδοξη θεωρία της αλλαγής μας διδάσκει πως η αλλαγή συμβαίνει όχι όταν προσπαθούμε να γίνουμε κάτι άλλο, αλλά όταν γινόμαστε βαθύτερα αυτό που ήδη είμαστε. Κι έτσι, μέσα στο παράδοξο της ανάπαυσης -εκεί που το φως δυναμώνει κι όμως δεν φωτίζει ακόμη μέσα μας- μπορεί να δημιουργηθεί ο χώρος για να πάρει μορφή κάτι αληθινό. Κάτι που δεν χρειάζεται να επιτευχθεί, αλλά μόνο να ακουστεί.
Ίσως αυτό που αργεί να φωτιστεί, να είναι κι εκείνο που χρειάζεται περισσότερο χώρο για να υπάρξει. Ίσως η βαθιά ανάπαυση να έρχεται, όχι εκεί που ξαπλώνει το σώμα, αλλά εκεί που παύει η βία προς τον εαυτό!
#5. Το θερινό παράδοξο της αναγκαστικής ελευθερίας
Δεν χωρούν όλα τα καλοκαίρια σε καρτ ποστάλ
Και αν η πιο πνιγηρή πίεση είναι εκείνη που έρχεται ντυμένη ως χαρά; Πόσο ελεύθερος είσαι, όταν όλοι γύρω σου σε καλούν να το αποδείξεις; Το καλοκαίρι υπόσχεται ελευθερία και την ίδια στιγμή την απαιτεί. Όχι απλώς να αναπαυτείς, αλλά να χαρείς, να ταξιδέψεις, να καταναλώσεις εμπειρίες. Να αποδείξεις- να το κάνεις post. Όλο αυτό, όχι σαν μια απλή προτροπή, αλλά σαν όρος: μια περίοδος σχεδόν υποχρεωτικής ευδαιμονίας. Αν δεν είσαι καλά, κάτι θα πρέπει να μην πηγαίνει καλά με σένα. Αν δεν χαίρεσαι, θα είναι επειδή «είσαι μίζερος/η». Το σώμα δεν ξεκουράζεται, μετατρέπεται σε εικόνα, σε στόρι, σε σελφυ. Η εμπειρία δεν βιώνεται, προβάλλεται.
Και πίσω από το κοινωνικό χαμόγελο, αναδύεται μια μελγαχολία. Η μελαγχολία του να μην είμαι εκεί όπου «διαδραματίζεται» η ζωή. Η ευτυχία μου δεν είναι αρκετή. Ακόμα κι αν με βλέπω σε στόρι ανάμεσα σε άλλα χαμόγελα. Εγώ νιώθω να απουσιάζω. Σαν μια αποξένωση από το σώμα που δεν με αφήνει να είμαι. Αυτή η αποξένωση μπορεί να φέρει ντροπή. Ντροπή που δεν ταίριαξα, που με πιέζω να νιώσω αλλιώς, που δεν ήμουν αρκετά “cool”, δεν ήμουν αρκετά “καλοκαίρι”. Η ντροπή γεννιέται εκεί όπου η εμπειρία συγκρίνεται, άρα αποξενώνεται, γίνεται μετρήσιμο αντικείμενο. Και δεν συμβαδίζει με το κυρίαρχο αφήγημα. Κι αυτό δεν οδηγεί απλώς σε μια ασυμφωνία – πυροδοτεί τη βαθιά αίσθηση του να μην ανήκω. Το ψυχικό ερώτημα γίνεται: «τι πάει λάθος με εμένα;»
Η ψυχοθεραπεία δεν έρχεται να καταργήσει τις εικόνες. Έρχεται να τις αποδομήσει όταν γίνονται αποπνικτικές. Να δώσει την ευκαιρία στο βλέμμα να επιστρέψει στον εαυτό. Έρχεται να ανοίξει χώρο για το βίωμά σου- όποιο κι αν είναι. Για το καλοκαίρι που δεν αναπαύει, που δεν ελευθερώνει, που δεν χωρά στις προσδοκίες. Και να θυμίσει: Η πραγματική ελευθερία δεν διαδραματίζεται σε σκηνές δράσης –η ελευθερία βιώνεται. Δεν είναι να σταθώ χαρούμενος. Είναι να σταθώ αληθινή. Και να πω: δεν ανήκω εκεί- και είναι εντάξει.
Παραδόξως, αν σταθώ στο «περιθώριο» της εικόνας, με βλέπω ολόκληρη.
#6. Η παύση ως παρουσία και ως σχέση
Υπάρχουν λέξεις που μιλούν εκκωφαντικά μόνο όταν έχουν στερέψει όλες οι λέξεις
Μια θεραπευτική ιστορία σιωπής:
” Η Ε. ερχόταν πάντα με φόρα. Μιλούσε γρήγορα, έφερνε εικόνες, λέξεις, καταστάσεις. Ώσπου για κάποιες εβδομάδες, ερχόταν νωχελικά και καθόταν σιωπηλή. «Δεν έχω τίποτα να πω», έλεγε, και καθόμασταν στη σιωπή. Σε κάποια συνεδρία, την ώρα που σηκωνόταν να φύγει, γύρισε και είπε: «Ήταν σαν να κάθισα δίπλα σε κάτι που δεν θέλω να καταλάβω. Και δεν το κατάλαβα. Αλλά κάθισα». Ήταν μια βαθιά στιγμή στη θεραπευτική μας διαδρομή.”
#7. Η μοναξιά σε καιρούς συντροφίας
…για αυτό το ανήκειν το γυάλινο που δεν τολμώ να αγγίξω
μην κοπώ και διαλυθώ κι εγώ μαζί του…
#8. Το απογυμνωμένο σώμα
Δέρμα, εσύ, ζωντανό περίγραμμα
Πότε φρούριο, πότε πληγή
#9. Για την ακινησία του Είμαι και τη μη-δράση
…Κι η ζωή σαν μουσική κυματοειδής
με υψώματα και βυθούς
και κενά πυκνού νοήματος…
#10. Η κουρασμένη υπόσχεση της νέας αρχής
“Πόσες φορές μπορεί το ίδιο βήμα να λέγεται αρχή
Πόσες φορές χωρά το σώμα σου στην ίδια κίνηση
μπροστά στο ίδιο αδιόρατο κατώφλι;”
Περιεχόμενα
- Αναλαμπές εν μέσω καλοκαιρινής νάρκης
- #1. Μέρες που διαστέλλονται: Ψυχικές διεργασίες το καλοκαίρι
- #2. Η σιωπή των άδειων πόλεων
- #3. Φως στους σκονισμένους τοπους της μνήμης
- #4. Το βάρος των ανάλαφρων ημερών
- #5. Το θερινό παράδοξο της αναγκαστικής ελευθερίας
- #6. Η παύση ως παρουσία και ως σχέση
- #7. Η μοναξιά σε καιρούς συντροφίας
- #8. Το απογυμνωμένο σώμα
- #9. Για την ακινησία του Είμαι και τη μη-δράση
- #10. Η κουρασμένη υπόσχεση της νέας αρχής