Αναλαμπές εν μέσω καλοκαιρινής νάρκης

Μια σειρά κειμένων για την κίνηση και τη μετατόπιση μέσα στην ακινησία της θερινής ραστώνης

Το καλοκαίρι δεν κινείται πάντα. Κάποιες μέρες σέρνονται. Κάποιες μέρες κολλάνε πάνω στο δέρμα σου σαν ζέστη. Δεν είναι όλες ανάλαφρες. Δεν είναι όλες ξεκούραστες. Μα όλες είναι διεσταλμένες.

Στη θεραπεία, αυτή την εποχή, συναντώ ξανά και ξανά εκείνη την παράδοξη παύση: μια παύση που δεν είναι διακοπή, μα ούτε εξέλιξη. Δεν είναι ανάπαυση, ούτε κόπος. Σαν ένα μετέωρο σημείο όπου όλα μοιάζουν σαν να κρατούν την ανάσα τους…περιμένοντας κάτι να συμβεί, κάτι να ανδυθεί που είναι ακόμα αδιευκρίνηστο, κάτι που έχει παρουσία μα ακόμα δεν έχει όνομα.

Η σειρά αυτή γράφτηκε ώστε να λειτουργήσει ως σταθερή παρουσία για όσους/ες τη χρειάζονται. Για εσένα που μπορεί να νιώθεις μόνος/η. Ή που διέκοψες τις διαδικασίες σου χωρίς να το έχεις επιλέξει. Ή που απλώς δεν βρίσκεις λέξεις να περιγράψεις μια ασάφεια που αιωρείται. Για σένα που ταλαντεύεσαι ανάμεσα στο να προχωρήσεις παρακάτω ή να σταθείς λίγο ακόμη. Για σένα που δεν πονάς ακριβώς αλλά κάτι μέσα σου μοιάζει να είναι σε εκκρεμότητα.

Όχι για να σε αφυπνίσει, ούτε για να σου προτείνει τρόπους διαφυγής. Μόνο για να σταθεί εκεί. Να είναι διαθέσιμη, όπως μπορεί να είναι μια σχέση θεραπευτική: χωρίς βιασύνη, χωρίς πίεση, χωρίς προορισμό- όχι κάπου αλλού, αλλά εδώ που είσαι ήδη.

Δέκα μικρά κομμάτια για τις μέρες που δεν κινούνται — ή κινούνται αργά, από μέσα.

1. Μέρες που διαστέλλονται: ψυχικές διεργασίες το καλοκαίρι

Το καλοκαίρι δεν τους ξεκουράζει όλους. Μερικές φορές διαστέλλει αυτό που δεν λέγεται. Και τότε το σώμα σφίγγεται σαν από αδιευκρίνηστο κόμπο- σαν κάτι να πιέζει να αναδυθεί

2. Η σιωπή των άδειων πόλεων

Όταν όλα αδειάζουν, τι μένει να ακουστεί; Το καλοκαίρι φέρνει ένα είδος σιωπής που δεν είναι πάντα γαλήνη. Στην παύση της κίνησης, αναδύεται ο εσωτερικός θόρυβος.

3. Φως στους σκονισμένους τόπους της μνήμης

Η μνήμη δεν παίρνει διακοπές. Το καλοκαίρι ξυπνά εικόνες — συχνά όχι επιλεγμένες. Η λειτουργία της μνήμης μέσα στο σκονισμένο φως και τη ραστώνη.

4. Το βάρος των ανάλαφρων ημερών

Όταν το “ξεκουράσου” γίνεται απαίτηση. Η προσδοκία της ανάπαυσης μπορεί να μετατραπεί σε δυσφορία. Στη θεραπεία, αυτό συχνά φωτίζει τη δυσκολία του να να σταθείς στον εαυτό σου χωρίς να του απαιτείς να αλλάξει.

5. Το θερινό παράδοξο της αναγκαστικής ελευθερίας

Όταν δεν είσαι καλά, ενώ θα “έπρεπε”. Το καλοκαίρι υπόσχεται ελευθερία. Αλλά τι γίνεται όταν η εμπειρία δεν συμφωνεί με το κυρίαρχο αφήγημα;

6. Η μοναξιά σε καιρούς συντροφίας

Όταν όλοι είναι κάπου μαζί, και εσύ δεν ανήκεις πουθενά. Το καλοκαίρι εντείνει την αίσθηση της μοναξιάς σε όσους δεν ακολουθούν το “ρεύμα” της συντροφικότητας.

7. Το απογυμνωμένο σώμα

Το βλέμμα των άλλων και η έκθεση. Το βλέμμα προς τα μέσα και η ντροπή. Το καλοκαίρι φέρει βίαια στο επίκεντρο τη σχέση με τον εαυτό μέσω της ορατότητας του σώματος. Ποια είναι η θέση του σώματος στη θεραπεία;

8. Η παύση ως παρουσία και ως σχέση

Όταν σταματά κάτι – τι μπαίνει στη θέση του; Η παύση της θεραπείας το καλοκαίρι δεν είναι αναγκαστικά απώλεια. Είναι μία άλλη μορφή συνέχειας, μία σχέση που επιτρέπει τη διακοπή.

9. Για την ακινησία του Είμαι και τη μη-δράση

Μια στοχαστική επιστροφή στην ακινησία ως πεδίο θεραπευτικής ενσυναίσθησης και εμπιστοσύνης στη μη-δράση.

10. Η κουρασμένη υπόσχεση της νέας αρχής

Για αυτή τη λεπτή μελαγχολία των κλεισιμάτων. Για αυτό το νέο που οφείλει να αρχίσει. Ή για το ίδιο γνώριμο ξανά και ξανά από την αρχή.

#1. Μέρες που διαστέλλονται: Ψυχικές διεργασίες το καλοκαίρι

Όσα δεν ειπώθηκαν στον θόρυβο διαστέλλονται μέσα στη σιγή

Κάποιες εποχές συρρικνώνουν τον εαυτό. Η ένταση της καθημερινότητας και ο σφιχτός προγραμματισμός του χειμώνα μας πιέζουν μα και μας προσφέρουν σαφή όρια. Κάποιες άλλες τον διαστέλλουν. Το καλοκαίρι είναι από αυτές. Όχι απαραίτητα γιατί όλα γίνονται ανάλαφρα, εύκολα και ξεκούραστα. Συχνά συμβαίνει το αντίθετο. Οι ρυθμοί χαλαρώνουν και μαζί τους χαλαρώνουν τα προστατευτικά περιβλήματα.

Είναι μια εποχή που στη θεραπεία έρχομαι σε επαφή με αυτό το βιώμα μιας άμορφης ματαίωσης: Προγραμματίζω ξεκούραση και συχνά κουβαλάω μια ανησυχία. Μια αίσθηση κενού, τη στιγμή που τίποτα δεν φαίνεται να λείπει. Κάτι που δεν μου επιτρέπει να βολευτώ μέσα στην ξεκούραση. Επενδύω στο καλοκαίρι για να πάρω μια ανάσα- και με πνίγουν αδιευκρίνηστοι κόμποι. Ο χρόνος διαστέλλεται – μαζί και ο εαυτός – και αυτά που ήταν στην περιφέρεια βρίσκονται ξαφνικά στο κέντρο της προσοχής. Ανοιχτοί λογαριασμοί που τους λογάριαζα κλειστούς ανοίγουν διάπλατα μέσα μου και με ξεβολεύουν.

Μοιάζει παράδοξο, αλλά κάποιες φορές, το καλοκαίρι, ακριβώς επειδή υπόσχεται, λειτουργεί σαν καθρέφτης των ανεκπλήρωτων. Του ανολοκλήρωτου. Της φαντασίωσης αυτού του «άλλου εαυτού» που τελικά δεν έρχεται. Κι ενώ επιτέλους η ανά- παυση επιτρέπεται, εγώ δυσφορώ, κι ενώ όλα μου λένε: «είσαι πια ελέυθερ@», μέσα μου σφίγγομαι. Δεν πρόκειται για αδυναμία ή για λάθος, αλλά για μια βαθιά εμπειρία που ζητά νοηματοδότηση.

Αυτός ο αλλαγμένος χρόνος για κάποιους μπορεί να λειτουργήσει ως χώρος απογύμνωσης: χωρίς ξεκάθαρους ρόλους, χωρίς εξωτερικό ρυθμό να ακολουθήσουν, χωρίς σαφείς στόχους. Κι όμως υπάρχει μια υπόγεια κινητικότητα. Επιθυμίες, αναστολές, ασάφειες που πιέζουν να πάρουν ένα όνομα. Κι εκεί μπορεί να έρθει μια παράξενη αίσθηση ασφυξίας. Αυτή τη φορά όχι από τα εξωτερικά συμβάντα. Αυτή τη φορά από την εσωτερική κίνηση που παραδόξως μοιάζει με κενό. Το σώμα χαλαρώνει αλλά κάτι μέσα σφίγγεται. Σαν αντίδραση στην ασυμφωνία μεταξύ εξωτερικής σιγής και ενός απρόσκλητου αδιευκρίνηστου εσωτερικού θορύβου.

Σε κάποιους από εμάς το καλοκαίρι έρχεται ανακουφιστικά. Σε κάποιους έρχεται φέροντας αυτή τη ματαίωση, που μπορεί να βιώνεται απαλά, άλλες φορές ενοχλητικά και αποπροσανατολιστικά, ενώ άλλες ασφυκτικά. Κάποιοι διακόπτουν τη θερπαεία το καλοκαίρι για να πάρουν διάλειμμα ή απόσταση, κάποιοι πάλι νιώθουν ότι χρειάζονται μέσα σε αυτή την ιδιαίτερη μετάβαση να λάβουν υποστήριξη. Είναι ΟΚ! Δεν υπάρχει σωστό και λάθος! Υπάρχει μόνο η αλήθεια του καθενός, στη στιγμή που ξέρει πιο καλά ότι είναι η σωστή. Και η θεραπεία έρχεται να υποδεχτεί και να χωρέσει αυτό που μέσα στο ανεξήγητο κενό ψάχνει να χωρέσει. Σαν σκιά σε μεσημεριάτικο φως.

Όπως και να σε βρίσκει το καλοκαίρι, είναι ΟΚ! Δεν υπάρχει σωστός τρόπος να βιωθεί κάτι. Η εσωτερική φωνή γνωρίζει σε τι σε καλεί. Αν θες να την ακούσεις, να ανταποκρίθείς, να αναζητήσεις, αν θές να αναβάλλεις και να περιμένεις τη στιγμή που εσύ ξέρεις ότι είναι η σωστή για να «κινηθείς», είναι αληθινά πολύ ΟΚ!

#2. Η σιωπή των άδειων πόλεων

Δεν είναι άδεια η σιωπή που πονάει
Είναι πιο γεμάτη από όσο αντέχω να χωρέσω

Μια ιδιότυπη σιωπή σκεπάζει τις άδειες πόλεις το καλοκαίρι, σαν διάφανο μα τραχύ σεντονάκι. Δεν είναι ησυχία, δεν είναι ανάπαυση. Μια σιωπή που γαντζώνεται στα απάτητα πεζοδρόμια και αιωρείται στα άδεια μπαλκόνια. Τα φανάρια αναβοσβήνουν κανονικά, αλλά δεν υπάρχει κίνηση να τα δικαιώσει. Ο αέρας στέκεται ακίνητος πυκνός. Οι ήχοι βουβαίνονται και πνίγονται στο συμπαγές κενό. Είναι η σιωπή αυτών που έμειναν πίσω. Γιατί ήθελαν. Ή γιατί δεν μπορούσαν αλλιώς. Και αυτό το «δεν μπορούσαν» , το «δεν είχαν άλλη επιλογή», αυτό το αναγκαστικό παρόν, μπορεί να φέρει στην επιφάνεια κάτι που αλλιώς θα ’μενε θαμμένο. Μια παλαιότερη ματαίωση, μια αίσθηση αποκλεισμού, μια μνήμη εγκατάλειψης. Μια επώδυνη εμπειρία από την οποία έπρεπε να φύγεις για να προστατευτείς μα η επιλογή αυτή απουσίαζε. Η μη επιλογή φυγής δεν είναι πάντα απλώς μια οικονομική ή πρακτική συνθήκη, γίνεται συχνά ένας πυροδοτητής. Μπορεί να ενεργοποιήσει παλιούς μηχανισμούς πόνου, να φέρει κοντά το τραύμα, ειδικά όταν γύρω όλα σωπαίνουν και δεν υπάρχει τίποτα να διακόψει τη συνάντηση μαζί του.

Στο κενό αυτό, η θεραπεία μπορεί να λειτουργήσει σαν ένα σταθερό σημείο, όχι για να γεμίσει τη σιωπή, αλλά για να πλαισιώσει ό,τι αρχίζει να κινείται μέσα της. Γιατί μερικές διεργασίες, αυτές που αφορούν την ανθεκτικότητα, τη μνήμη και τη διαχείριση του ανείπωτου, δεν εμφανίζονται με φασαρία. Εμφανίζονται όταν ο θόρυβος έχει αποχωρήσει. Και τότε μπορεί να ακούγεται πιο καθαρά αυτό που έμενε πάντα στο περιθώριο: το αίσθημα ότι κάτι μέσα σου έχει ακινητοποιηθεί, όχι γιατί τελείωσε, αλλά γιατί δεν βρήκε ποτέ λέξη να αρθρωθεί, έδαφος να σταθεί, βλέμμα να το επιβεβαιώσει. Κι έτσι, η παραμονή στην άδεια πόλη – άδεια από βλέμματα που μπορούν να επικυρώσουν αυτό που βαθιά μέσα μου επίμονα ζητά ορατότητα- μπορεί να γίνει ευκαιρία για μια ειλικρινή, κοπιαστική και συχνά δύσβατη, ωστόσο βαθιά ουσιαστική ψυχική διεργασία.

Πρόκειται για μια κομβική στιγμή στη θεραπευτική Συνάντηση: Όταν Εγώ κι Εσύ μένουμε και δε φεύγουμε, στεκόμαστε σε αυτό που έχει αναδυθεί και πονάει. Δεν βιαζόμαστε να το προσπεράσουμε για κάτι εύπεπτο, δεν βιαζόμαστε να το παρηγορήσουμε. Το κρατούμε μαζί, το χωράμε κι έτσι μπορούμε να το αντέξουμε. Και τότε, το «μένω-Μαζί» γίνεται Επιλογή.

#3. Φως στους σκονισμένους τοπους της μνήμης

Και στον πιο βαθύ ύπνο, ένα βλέμμα μένει ανοιχτό
είναι το βλέμμα της μνήμης που κρατά ζωντανή την ιστορία που με έφερε ως εδώ

Υπάρχουν μέρη που δεν είναι απλώς τοποθεσίες, είναι στρώσεις. Το χωριό, η παραλία των παιδικών χρόνων, το πατρικό σπίτι που μένει μόνο του τον χειμώνα και ξανανοίγει το καλοκαίρι, όλα γίνονται τόποι αποθήκευσης: μυρωδιές, βλέμματα, εντάσεις, σιωπές, κληρονομημένες χειρονομίες. Γυρνάς εκεί -ή δεν γυρνάς- και κάτι ξυπνά. Όχι πάντα ευχάριστο. Καμιά φορά το καλοκαίρι, με τον αργό του χρόνο και τον ανοιχτό του ορίζοντα, ενεργοποιεί αναμνήσεις με τρόπο παράδοξο: σαν να επιστρέφουν πριν τις καλέσεις, χωρίς να σε ρωτήσουν. Η μνήμη το καλοκαίρι δεν είναι γραμμική. Δεν έχει δομή αφήγησης. Ξεπηδάει από μικρές αφορμές, ένα τραπεζομάντηλο, το φως που χτυπάει το παλιό πάτωμα, η σκόνη στον αέρα το απόγευμα. Είναι αισθητηριακή, διαπεραστική, σωματική. Μπορεί να φέρει μια γλύκα· μπορεί και να σε συρρικνώσει. Να νιώσεις μικρός, εκτεθειμένος, μέσα σε ένα παρελθόν που σε κοιτά και δεν έχει λήξει.

Για κάποιους, αυτή η επιστροφή είναι ευκαιρία. Για άλλους, μπορεί κάποτε να γίνεται βάρος. Κι εδώ βρίσκεται και το πεδίο της ψυχοθεραπευτικής δουλειάς: όχι να αναλύσει τα περιεχόμενα της μνήμης, αλλά να τα πλαισιώσει. Να δημιουργήσει έναν ασφαλή χώρο μέσα στον οποίο αυτή η εσωτερική επιστροφή να μην είναι τυφλή ανακύκλωση, αλλά δυνατότητα επανανοηματοδότησης της εμπειρίας σου και επανα-αφήγησης της ιστορίας σου με άξονα το δικό σου μοναδικό νόημά της.

Γιατί δεν είναι όλες οι αναμνήσεις «θέματα προς επίλυση». Κάποιες υπάρχουν μόνο για να υπενθυμίζουν μια παλαιότερη θέση του εαυτού στον κόσμο. Και το ζητούμενο δεν είναι πάντα η αποδέσμευση. Καμιά φορά, είναι η αποδοχή πως η μνήμη μένει, αλλά ο τρόπος που στεκόμαστε απέναντί της μπορεί να αλλάξει.

Η ιστορία μου δεν αλλάζει. Αλλάζει όμως ο τρόπος που επιλέγω να την αφηγηθώ.

#4. Το βάρος των ανάλαφρων ημερών

Αχ, ελαφρότητα
Τι αβάσταχτη που γίνεσαι ώρες ώρες!

Ίσως κάποι@ από έμας έχουμε κάποτε έρθει σε επαφή με αυτή τη λεπτή στιγμή, συχνά λίγο μετά την άφιξη. Στο νησί, στο χωριό, στο μπαλκόνι μιας πόλης που έχει αδειάσει. Όπου το σώμα ξαπλώνει, το βλέμμα χάνει τον ορίζοντα, κι όμως κάτι δεν χαλαρώνει. Μπορεί να είναι κάτι ανεπάισθητο, αδιόρατο. Κάτι που είναι στο σώμα κι όμως δεν μπορούμε να εντοπίσουμε σε ποιο σημείο ακριβώς. Μια σκέψη: «Επιτέλους ξεκούραση», και αμέσως μετά, κάτι που δεν ανταποκρίνεται, σαν αυτή φράση να μην καθρεφτίζει όλη την αλήθεια του. Ένα ανεπαίσθητο σφίξιμο, μια μη-χαρά. Υπάρχουν άνθρωποι που, μόλις μπαίνουν σε περίοδο ανάπαυσης, αρχίζουν να νιώθουν βαρύτεροι. Ίσως γιατί, μόλις επιτραπεί στο σώμα να καθίσει, να αποδεσμευτεί από την προσπάθεια, αναδύεται το βάρος που με τόση προσπάθεια έπνιγε. Ίσως γιατί η ψυχή δεν προορίζεται να προσαρμόζεται βίαια στους εξωτερικούς ρυθμούς. Ίσως γιατί σε ρυθμούς βραδύτητας, βρίσκουν χώρο ερωτήματα που ο βιαστικός χειμώνας απέκλειε.

Τότε νιώθουμε ματαίωση. Μπορεί ακόμα και ντροπή: «Γιατί δεν μπορώ να ξεκουραστώ;» Η ανάπαυση δεν είναι πάντα εύκολη. Ιδίως όταν έρχεται ύστερα από περιόδους εσωτερικής έντασης, από μια μάχη αόρατη που έχει προηγηθεί. Δεν είναι δεδομένο ότι, με το που απομακρυνθούμε από τα εξωτερικά ερεθίσματα, θα έρθει και το εσωτερικό άδεισμα, το reset. Καμιά φορά, στη σιωπή εμφανίζεται αυτό που η ένταση συγκρατούσε. Και τότε, η σιωπή δεν ξεκουράζει – ξεσκεπάζει.

Στην ψυχοθεραπεία, αυτό το παράδοξο της ανάπαυσης είναι γνώριμο. Η μετάβαση σε μια παύση -ειδικά αν είναι η πρώτη ύστερα από καιρό- μπορεί να λειτουργήσει απορρυθμιστικά. Και τότε, συχνά, βιαζόμαστε να την «διορθώσουμε», να ξαναβρούμε τη χαρά ή τη ροή, να αλλάξουμε. Μα αυτή η βιασύνη να αλλάξω, να νιώσω αλλιώς, να ακυρώσω αυτό που νιώθω για να το αντικαταστήσω γρήγορα γρήγορα με κάτι άλλο, πιο ανάλαφρο, πιο επιθυμητό ή αποδεκτό -αυτή η βιασύνη είναι βία προς τον εαυτό.

Η ψυχική αλλαγή δεν έρχεται από την αγωνιώδη επιδίωξη της αλλαγής, αλλά από την αποδοχή του πού βρισκόμαστε. Η παράδοξη θεωρία της αλλαγής μας διδάσκει πως η αλλαγή συμβαίνει όχι όταν προσπαθούμε να γίνουμε κάτι άλλο, αλλά όταν γινόμαστε βαθύτερα αυτό που ήδη είμαστε. Κι έτσι, μέσα στο παράδοξο της ανάπαυσης -εκεί που το φως δυναμώνει κι όμως δεν φωτίζει ακόμη μέσα μας- μπορεί να δημιουργηθεί ο χώρος για να πάρει μορφή κάτι αληθινό. Κάτι που δεν χρειάζεται να επιτευχθεί, αλλά μόνο να ακουστεί.

Ίσως αυτό που αργεί να φωτιστεί, να είναι κι εκείνο που χρειάζεται περισσότερο χώρο για να υπάρξει. Ίσως η βαθιά ανάπαυση να έρχεται, όχι εκεί που ξαπλώνει το σώμα, αλλά εκεί που παύει η βία προς τον εαυτό!

#5. Το θερινό παράδοξο της αναγκαστικής ελευθερίας

Δεν χωρούν όλα τα καλοκαίρια σε καρτ ποστάλ

Και αν η πιο πνιγηρή πίεση είναι εκείνη που έρχεται ντυμένη ως χαρά; Πόσο ελεύθερος είσαι, όταν όλοι γύρω σου σε καλούν να το αποδείξεις; Το καλοκαίρι υπόσχεται ελευθερία και την ίδια στιγμή την απαιτεί. Όχι απλώς να αναπαυτείς, αλλά να χαρείς, να ταξιδέψεις, να καταναλώσεις εμπειρίες. Να αποδείξεις- να το κάνεις post. Όλο αυτό, όχι σαν μια απλή προτροπή, αλλά σαν όρος: μια περίοδος σχεδόν υποχρεωτικής ευδαιμονίας. Αν δεν είσαι καλά, κάτι θα πρέπει να μην πηγαίνει καλά με σένα. Αν δεν χαίρεσαι, θα είναι επειδή «είσαι μίζερος/η». Το σώμα δεν ξεκουράζεται, μετατρέπεται σε εικόνα, σε στόρι, σε σελφυ. Η εμπειρία δεν βιώνεται, προβάλλεται.

Και πίσω από το κοινωνικό χαμόγελο, αναδύεται μια μελγαχολία. Η μελαγχολία του να μην είμαι εκεί όπου «διαδραματίζεται» η ζωή. Η ευτυχία μου δεν είναι αρκετή. Ακόμα κι αν με βλέπω σε στόρι ανάμεσα σε άλλα χαμόγελα. Εγώ νιώθω να απουσιάζω. Σαν μια αποξένωση από το σώμα που δεν με αφήνει να είμαι. Αυτή η αποξένωση μπορεί να φέρει ντροπή. Ντροπή που δεν ταίριαξα, που με πιέζω να νιώσω αλλιώς, που δεν ήμουν αρκετά “cool”, δεν ήμουν αρκετά “καλοκαίρι”. Η ντροπή γεννιέται εκεί όπου η εμπειρία συγκρίνεται, άρα αποξενώνεται, γίνεται μετρήσιμο αντικείμενο. Και δεν συμβαδίζει με το κυρίαρχο αφήγημα. Κι αυτό δεν οδηγεί απλώς σε μια ασυμφωνία – πυροδοτεί τη βαθιά αίσθηση του να μην ανήκω. Το ψυχικό ερώτημα γίνεται: «τι πάει λάθος με εμένα;»

Η ψυχοθεραπεία δεν έρχεται να καταργήσει τις εικόνες. Έρχεται να τις αποδομήσει όταν γίνονται αποπνικτικές. Να δώσει την ευκαιρία στο βλέμμα να επιστρέψει στον εαυτό. Έρχεται να ανοίξει χώρο για το βίωμά σου- όποιο κι αν είναι. Για το καλοκαίρι που δεν αναπαύει, που δεν ελευθερώνει, που δεν χωρά στις προσδοκίες. Και να θυμίσει: Η πραγματική ελευθερία δεν διαδραματίζεται σε σκηνές δράσης –η ελευθερία βιώνεται. Δεν είναι να σταθώ χαρούμενος. Είναι να σταθώ αληθινή. Και να πω: δεν ανήκω εκεί- και είναι εντάξει.

Παραδόξως, αν σταθώ στο «περιθώριο» της εικόνας, με βλέπω ολόκληρη.

#6. Η παύση ως παρουσία και ως σχέση

Υπάρχουν λέξεις που μιλούν εκκωφαντικά μόνο όταν έχουν στερέψει όλες οι λέξεις

Υπάρχουν περίοδοι όπου τίποτα δεν συμβαίνει. Ή έτσι φαίνεται. Η ψυχική διαδικασία ακινητοποιείται- δεν εκτυλίσσεται, δεν αποκαλύπτεται, δεν προχωρά. Το πρόσωπο που συνήθως μιλά δεν έχει κάτι να πει. Το βλέμμα είναι παρόν, αλλά όχι εστιασμένο. Στο χώρο, μια πάυση. Και όμως: η πάυση δεν είναι απουσία. Είναι ένας άλλος τρόπος να είμαι. Να είμαι μέσα στο οριακό, στο αδιευκρίνιστο. Η διακοπή της αφήγησης, η απουσία στόχου, η παύση των ερωτημάτων μπορεί να δείχνει οχι πως η θεραπεία έχει σταματήσει, αλλά πως μετακινείται υπόγεια. Όπως οι ρίζες που αναπτύσσονται στο σκοτεινό χώμα όταν το δέντρο παύει για λίγο να ανθίζει.

Υπάρχουν παύσεις που είναι τελικά μορφές ζωής. Η απομάκρυνση από τη συστηματική εσωτερική εργασία μπορεί να είναι μια ανάγκη να πάρει η ψυχή απόσταση από το ίδιο της το βλέμμα. Όχι για να διαφύγει – αλλά για να ανακτήσει τα αποθέματα να ξαναδεί. Σαν μια ανάσα έξω από το βάθος. Και εκεί, ακόμα και η αδυναμία σύνδεσης, η αδυναμία διατύπωσης, η αδυναμία έντασης, είναι παρούσες. Παρούσες με επίγνωση. Στη θεραπεία, η πάυση -η σιωπή- δεν είναι ένα τυχαίο κενό. Είναι μία γόνιμη φάση στον κυκλο της ανάπτυξης. Μέχρι να πάρει μορφή και να ειπωθεί. Και κάποιες φορές, είναι πιο ουσιώδης και από την πιο εύγλωττη πρόοδο.

Η ψυχή δεν γράφει την Ιστορία της μόνο όταν μιλά. Τη γράφει και όταν σωπαίνει.

Μια θεραπευτική ιστορία σιωπής:
” Η Ε. ερχόταν πάντα με φόρα. Μιλούσε γρήγορα, έφερνε εικόνες, λέξεις, καταστάσεις. Ώσπου για κάποιες εβδομάδες, ερχόταν νωχελικά και καθόταν σιωπηλή. «Δεν έχω τίποτα να πω», έλεγε, και καθόμασταν στη σιωπή. Σε κάποια συνεδρία, την ώρα που σηκωνόταν να φύγει, γύρισε και είπε: «Ήταν σαν να κάθισα δίπλα σε κάτι που δεν θέλω να καταλάβω. Και δεν το κατάλαβα. Αλλά κάθισα». Ήταν μια βαθιά στιγμή στη θεραπευτική μας διαδρομή.”

#7. Η μοναξιά σε καιρούς συντροφίας

…για αυτό το ανήκειν το γυάλινο που δεν τολμώ να αγγίξω
μην κοπώ και διαλυθώ κι εγώ μαζί του…

Υπάρχουν καλοκαίρια που μοιάζουν με αχανείς πλατείες, υπερλουσμένες από φως και γεμάτες εικόνες που κραυγάζουν. Παρέες που γελούν, μουσικές που ξεχύνονται, ρυθμοί που καλούν. Κι αν όλο το χειμώνα στεκόμουν στη σιγή, τώρα βρίσκομαι στο ξέφωτο. Χωρίς ούτε μια κρυψώνα.
Υπάρχει μια κραυγαλέα προσδοκία πως το καλοκαίρι είναι η εποχή της παρέας. Το φως, η έκθεση, οι ανοιχτοί χώροι- όλα τα βλέμματα στρέφονται προς το Έξω. Κι όμως, αυτή η εποχική εξωστρέφεια μπορεί να γίνει ένα υπόκωφο σκηνικό μοναξιάς: όταν δεν είμαι μέσα, όταν δεν έχω κάποιον να με κοιτάξει πίσω, όταν η μέρα τραβάει και καμία κλήση δεν χτυπά. Η μοναξιά που δεν μοιάζει να έχει επιλογή. Εκείνη η παρατεταμένη αναμονή για κάτι που δεν συμβαίνει. Μοιάζει να στέκομαι στο κατώφλι της σύνδεσης, αλλά η πόρτα δεν ανοίγει. Όλα μοιάζουν έτοιμα για μια κοινή εμπειρία, μια έξοδο, μια λέξη που θα ενώνει. Κι όμως, μπορεί να νιώθω μόνη. Η ζωή φαίνεται να κυλάει κάπου αλλού, και εγώ να την κοιτώ μέσα από το τζάμι – άπρακτη.
Το ανήκειν δεν είναι πολυτέλεια. Είναι βαθιά υπαρξιακή ανάγκη . Το να είμαι σε έναν τόπο, μια σχέση, μια στιγμή που με περιλαμβάνει. Με χωράει. Να είμαι εκεί όπου με θέλουν, με αποδέχονται, χωρίς να χρειάζεται να αποδείξω κάτι. Να είμαι εκεί όπου συνδέομαι αυθεντικά. Το καλοκαίρι, με όλη την εξωστρέφεια και τις προσδοκίες του, μπορεί να κάνει αυτή την ανάγκη πιο οξεία ή να φωτίσει και να δώσει χώρο στο βίωμα του μη ανήκειν και της μοναξιάς. Της μοναξιάς ως απουσία του Άλλου. Ή ως διάχυτη αίσθηση αποκλεισμού από το ανήκειν. Αποκλεισμού της δυνατότητάς μου να μετέχω στην κοινή χαρά. Σαν να μην ανήκω εκεί που ανθίζει η ζωή.
Και τότε, το αίσθημα του μη ανήκειν μπορεί να ανοίξει μια χαραμάδα στο πιο βαθύ στρώμα της μοναξιάς: ακόμα και μέσα στη χαρά, κάποιες χαρές δεν είναι δικές μου. Είμαι εδώ, αλλά κάτι μέσα μου δεν ακουμπά πουθενά. Είμαι ανάμεσα σε δικούς μου ανθρώπους αλλά κάτι δεν ανήκει εδώ. Κάτι βαθύ δεν λαμβάνει ανταπόκριση. Είναι μια σκιά πιο παλιά, πιο πυρηνική. Η υπαρξιακή μοναξιά δεν είναι θόρυβος, είναι επίγνωση βαθιάς σιωπής.
Η ψυχοθεραπεία δεν απαντά στη μοναξιά, δεν προσδοκά να την γεμίσει. Μα μπορεί να σταθεί δίπλα της. Να της δώσει χώρο ώστε να ειπωθεί και να πλαισιωθεί. Να ακουστεί αυτό που μένει συνήθως χωρίς αποδέκτη. Να της δώσει ένα τόπο ώστε να κατοικήσει και να μπορεί να ανήκει. Ίσως τότε, το «δεν ανήκω» να πάψει να είναι μια σιωπή χωρίς μάρτυρα, και να γίνει σχέση. Μια παρουσία που δεν ακυρώνει τη μοναξιά, τη συνοδεύει, της κρατά παρέα.

#8. Το απογυμνωμένο σώμα

Δέρμα, εσύ, ζωντανό περίγραμμα
Πότε φρούριο, πότε πληγή

Πώς είναι να κατοικείς μέσα στο σώμα σου, όταν όλα γύρω σου σε καλούν να το δεις απ’ έξω; Πώς βιώνεις το σώμα σου όταν το βλέμμα των άλλων προηγείται του αγγίγματος, και η εικόνα του γίνεται πιο αληθινή απ’ την εμπειρία του;
 
Παραλίες, μπικίνια, καλές και κακές αναλογίες, σφριγιλές και ξέχειλες καμπύλες. Μια περίοδος προετοιμασίας για αυτό που θα έρθει. Και σαν να βγαίνεις από το σώμα σου να το κοιτάς, να το μετράς με το βλέμμα, με τις μεζούρες και τις ζυγαριές, και να αξιολογείς διαρκώς αν «αυτό το σώμα» είναι έτοιμο να εκτεθεί κι αν εσύ είσαι έτοιμος/η να το κουβαλήσεις μαζί σου στο φως. Στο φως του ήλιου, του φακού της κάμερας, του βλέμματος του Άλλου. Ένα φως συχνά αυστηρό, σκληρό, ανελέητο.
 
Στην εποχή του φωτός και της έκθεσης, το σώμα προβάλλεται, συγκρίνεται, «αποκαλύπτεται». Όχι όμως ως αυτό που είναι, αλλά ως αυτό που φαίνεται. Όχι ως φορέας εμπειρίας, αλλά ως εικόνα. Και έτσι, παύει να κατοικείται. Το σώμα απογυμνώνεται- από την Ιστορία του, τα Νοήματά του, τον βιωμένο Κόσμο του. Καλείται να σταθεί επαρκώς στα ελεγκτικά βλέμματα των άλλων. Σαν αντικείμενο, σαν εικόνα. Όχι σαν κάτι που κατοικείται από μέσα, αλλά σαν κάτι που παρουσιάζεται από έξω. Φωτογραφίζεται. Αξιολογείται. Υπάρχει με τρόπο επιτελεστικό, για να είναι ωραίο, αρμονικό, επιθυμητό. Το σώμα γίνεται μια επιφάνεια που αποκόπτεται από το περιεχόμενό του, σαν μια άψυχη πλέον σάρκα που έχει εξορίσει τον Εαυτό από το περίγραμμά της. Το σώμα αντικείμενο. Το σώμα πρότυπο. Το σώμα αλλού.
 
Κι όσο το σώμα εκτίθεται στα αποκαλυπτικά βλέμματα, τόσο εγώ αποσύρομαι από μέσα του. Σαν να «παγώνω» το βίωμά του, στέκομαι εκτός του, το παρατηρώ, το ζυγίζω, το κρίνω. Δεν είμαι πια μέσα του, δεν το κατοικώ. Γίνομαι εγώ το βλέμμα που με κρίνει. Κι έτσι αποξενώνομαι από εμένα, κατοικώντας ένα σώμα που δεν είναι δικό μου αλλά ένα ακόμα «πρέπει» εκεί έξω. Το κοιτάζω μόνο για να το αξιολογήσω, το αγγίζω μόνο για να το διορθώσω. Εκεί είναι μια βαθιά ντροπή, μια ντροπή που με εκθέτει ανελέητα, που ούτε το σώμα μου δεν μου έχει αφήσει για να κρυφτώ μέσα του. Γιατί εφόσον έπαψε να είναι δικό μου, έπαψε να είναι ασφαλής μου τόπος, έπαψε να με προστατεύει.
 
Στη θεραπευτική διαδικασία, το σώμα δεν είναι αποκομμένο αντικείμενο παρατήρησης, ούτε εργαλείο προς διόρθωση. Δεν είναι κάτι που έχω, είναι κάτι που είμαι. Είναι το υποκείμενο της εμπειρίας. Κάθε φορά που νιώθω φόβο το αίμα μου κυλάει προς τους μεγάλους σκελετικούς μύες, η κίνηση αναστέλλεται στιγμιαία και η επιφυλακή σε περιβαλλοντικούς κινδύνους αυξάνεται. Όταν νιώθω θυμό το αίμα κυλάει προς τα χέρια, αυξάνονται οι παλμοί της καρδιάς μου και η εκτόξευση της αδρεναλίνης ενεργοποιούν έντονη δραστηριότητα. Ή παλι όταν γεννάω ένα μωρό μεγάλες ποσότητες ωκυτοκίνης απελευθερώνονται, η οποία προκαλεί έντονες συσπάσεις στη μήτρα αλλά και ένα απέραντο αίσθημα αγάπης.
 
Το σώμα είναι ένας έμψυχος κόμβος σημασιών, ριζωμένων εμπειριών, σιωπηλών μνημών. Μας μιλάει με το δικό του τρόπο: με πόνο, σφίξιμο, ανάσα. Όχι για να μας εκθέσει, αλλά για να μας επιστρέψει σε εμάς. Στο θεραπευτικό δωμάτιο, το σώμα έχει χώρο να μιλήσει, να ακουστεί, να ξαναντυθεί την Ιστορία του. Και έτσι, από κάτι ξένο, μπορεί να γίνει και πάλι «δικό σου». Όχι γιατί άλλαξε, αλλά γιατί σου επέτρεψες να επιστρέψεις μέσα του.

#9. Για την ακινησία του Είμαι και τη μη-δράση

…Κι η ζωή σαν μουσική κυματοειδής
με υψώματα και βυθούς
και κενά πυκνού νοήματος…

Έρχονται φάσεις στη ζωή μας που όλα μοιάζουν να περνούν ακίνητα. Όχι με την ένταση της αναμονής, ούτε με τη νωχέλεια της ανάπαυσης. Μα με εκείνη τη βαθιά, βουβή ακινησία που μοιάζει σαν να μην έχει τίποτα να δώσει. Σαν να μένουν όλα στάσιμα, παγωμένα στο φως, χωρίς υπόσχεση, χωρίς κατεύθυνση. Κι όμως, σε εκείνα τα διαστήματα, κάτι κινείται. Όχι έξω, αλλά μέσα. Όχι με ταχύτητα, αλλά με βραδύτητα σχεδόν ανεπαίσθητη. Κι αυτός ο ιδιαίτερος ρυθμός είναι πολύτιμος. Είναι ο ρυθμός της ζωής όταν δεν παράγει, αλλά απλώς είναι. Όταν η αξία δεν απορρέει από το έργο, αλλά από την ίδια την ύπαρξη.
 
Και όμως, αυτές οι φάσεις, αν και τόσο ανθρώπινες, έρχονται συχνά φορτωμένες με ενοχή. Ενοχή ότι δεν κάνω κάτι, ότι δεν παράγω, δεν εξελίσσομαι, δεν προσφέρω. Η κυρίαρχη αφήγηση απαιτεί διαρκή κίνηση, δράση, επίδοση. Έτσι, η μη-δράση αντιμετωπίζεται με καχυποψία. Είναι πραγματικά ανεπιθύμητη και πρέπει να εξοστρακιστεί. Κι όμως, η μη-δράση είναι μέρος του ρυθμού. Όπως η παύση στη μουσική δεν είναι κενό, αλλά δομικό της στοιχείο, έτσι και η «μη παραγωγική» φάση, εμπεριέχει μια αθόρυβη δημιουργία. Πόσο, πραγματικά, δύσκολη είναι στην εποχή μας η απόσυρση, το διάλειμμα, αυτό το γόνιμο κενό. Πόσο έχουμε βασίζει την αυτο-αξία μας σε αλεπάλληλα επιτεύγματα, επιδόσεις, ασταμάτητη κίνηση και δράση.
 
Το να εμπιστευτώ και να επιτρέψω τη μη-δράση σημαίνει να μου αναγνωρίσω το δικαίωμά μου να σταθώ όπως είμαι, χωρίς να πρέπει να αποδείξω ή να διορθώσω κάτι. Σε τέτοιες ακίνητες στιγμές, το βλέμμα στρέφεται αλλιώς: προς τη λεπτή αίσθηση, την υπόκωφη κίνηση, τη μικρομετατόπιση που δεν αποζητά νόημα ούτε λύση. Η ενσυναισθητική παρουσία εδώ δεν προσφέρει εργαλεία, προσφέρει χώρο. Και ίσως το πιο θεραπευτικό που μπορεί να ακουστεί είναι: “δεν χρειάζεται να κάνεις τίποτα για να αξίζεις”. Γιατί υπάρχει κάτι στο «είμαι» που δεν χρειάζεται καμία εξήγηση. Η ύπαρξη έχει ακινησία. Το «κάνω» έχει κίνηση. Η ακινησία γίνεται κάποτε μια μορφή καθαρής παρουσίας, μια στιγμή ύπαρξης που δεν υπηρετεί καμία αφήγηση και δεν εξαρτάται από καμία δράση. Είναι εκεί όπου επιτρέπεται να σταθείς, χωρίς νόημα, χωρίς επίδοση, Nα είσαι απλά αυτό που είσαι. Αν υπάρχει κάτι που κινείται, ίσως είναι αυτό: η σχέση με τον χρόνο, η σχέση με την εσωτερική ροή, το άνοιγμα ενός παραθύρου εμπειρίας εκεί όπου δεν φαίνεται τίποτα να αλλάζει. Στην ακινησία, κάτι βαθιά ανθρώπινο επιμένει να υπάρξει. Χωρίς θεατρικότητα. Χωρίς θόρυβο. Χωρίς αφήγηση.
 
Η απόσυρση από τη δράση είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ροής της εμπειρίας. Όσο την επιτρέπω, ο εαυτός μου ανασαίνει ρυθμικά. Όσο την εξορίζω, ο εαυτός μου στενεύει και με πνίγει.

#10. Η κουρασμένη υπόσχεση της νέας αρχής

“Πόσες φορές μπορεί το ίδιο βήμα να λέγεται αρχή
Πόσες φορές χωρά το σώμα σου στην ίδια κίνηση
μπροστά στο ίδιο αδιόρατο κατώφλι;”

Υπάρχει πάντα μια μετατόπιση, καθώς τα αεράκια των τελευταίων ημερών του Αυγούστου μας σπρώχνουν διακριτικά μα τελεσίδικα προς το Σεπτέμβρη. Οι μέρες είναι ακόμη φωτεινές μα με ένα φως άλλο, γερμένο. Κάτι στην υφή του αέρα αλλάζει. Τα βράδια φέρνουν ένα απαλό ψύχος στο σώμα και την ατμόσφαιρα. Κάτι λέει: «Τέλος!». Κι ας μην προλάβαμε να καταλάβουμε ότι αυτό που τώρα τελειώνει όντως κάποτε ξεκίνησε.
 
Μαζευόμαστε. Πετσέτες βατραχοπέδιλα και ψάθες στα ντουλάπια. Μολύβια και τεφτέρια πάνω στο τραπέζι. Να φτιάχνουν σχέδια για καλύτερη οργάνωση. Επαναλαμβάνουμε τις ίδιες κινήσεις, όπως κάθε χρόνο. Αυτή είναι η στιγμή που υπόσχεται μια «νέα αρχή». Που με καλεί να είμαι έτοιμη αφού το καλοκαίρι γέμισα τις μπαταρίες μου ως όφειλα. Κι ας γνωρίζω πως τίποτα νέο δεν αρχίζει εδώ. Κάθε Σεπτέμβρης προσκαλεί στην ίδια σκηνή, με άλλη αφίσα. Το ίδιο έργο. Ο ίδιος ρόλος. Ελαφρώς πιο κουρασμένος. Είναι η στιγμή μιας μελαγχολίας πολύ γνώριμης αλλά και δύσκολης να ειπωθεί. Έχει κάτι απροσδιόριστο. Συχνά, κάτι μπερδεμένο. Μελαγχολία για ένα κλείσιμο που ίσως τώρα να νιώθω έτοιμη να ανοίξω. Μελαγχολία καθώς αφήνω πίσω- κάτι ακόμα ασχημάτιστο- για να κοιτάξω μπροστά, σε αυτό το νέο που έρχεται, που δύσκολα αυτή τη στιγμή μοιάζει ικανό να φέρει κάτι καινούριο. Μοιάζει να ετοιμάζομαι για μια αρχή που κουβαλάει πριν καλά καλά αρχίσει τη φθορά της. Μια ανανέωση που είναι σκέτο αντίγραφο της προηγούμενης. Μια αρχή που αξιώνει να γεννηθεί ενώ ήδη διαπραγματεύεται το θάνατό της. Μια υπόσχεση κουρασμένη.
 
Μέσα σε αυτό το μετέωρο βήμα, που τα πράγματα πάνε να πάρουν μια μορφή και τελικά στρεβλώνονται μέσα στο ίδιο τους το σχήμα- ένα τέλος αυτού που ακόμα δεν ξεκίνησε, μια αρχή που έχει τελειώσει ήδη άπειρες φορές- μέσα σε αυτό το παράδοξο, τσιγκλιέται ένα βαθύ ερώτημα που πασχίζει να ειπωθεί με λέξεις: Κι αν όλα αυτά δεν είναι απλώς συνήθεια ή κόπωση, αν είναι ο ίδιος κύκλος που επιστρέφει ξανά και ξανά; Αν είναι το μόνο νόημα που γνωρίζει η ζωή; Αν κάθε «ξεκινάω» είναι ένας τρόπος να πω «επιστρέφω» στο ίδιο αύριο; Πόσες φορές αντέχω να περνάω από το ίδιο σημείο, να σταθώ κάτω από το ίδιο κατώφλι, και με το ίδιο κουράγιο να πω «ξεκινάω»;
 
Κι έπειτα, έρχεται ο Σεπτέμβρης. Ένας μεταβατικός καιρός που μοιάζει να εξηγεί χωρίς να το πιστεύει. Που με βάζει να κινούμαι, χωρίς να έχω πάρει φόρα. Που φέρνει μια αίσθηση κοινή, μια μελαγχολία χωρίς αιτία, ένα κοίλωμα στη ροή.
 
Κι ίσως εδώ να βρίσκεται το ουσιαστικό αίτημα: όχι να ξεκινάω «σωστά», αλλά να ξεκινάω ουσιαστικά τους δικούς μου κύκλους, με την αυθεντικότητα που μόνο ο εσωτερικός μου ρυθμός γνωρίζει. Όχι να υπακούω στον ρυθμό του έξω, αλλά να συντονίαζομαι με τις εποχές του μέσα. Κάποια κλεισίματα αργούν. Κάποια ανοίγματα δεν συμβαίνουν κατόπιν σχεδίου. Και αυτό το «ξεκίνημα» όταν έρθει, δεν έχει σάλπισμα. Mοιάζει περισσότερο με αχνό τρέμουλο στον αέρα. Σαν να πέφτει ένα βλέμμα στον εαυτό μου χωρίς λόγο και να νιώθω παρούσα. Χωρίς να προσπαθώ. Απλά είμαι εκεί. Ολόκληρη.
 
Ίσως η πιο αληθινή αρχή να είναι εκείνη που δεν ξεκινά. Που δεν υπόσχεται. Μονάχα μας καλεί σιωπηλά, να σταθούμε αυθεντικά στη ζωή- σε αυτό που είναι- με αυτό που είμαστε.

Γράψε μου το μήνυμά σου!

ἐν τῇ ἄκρᾳ τῆς σελίδος
τετράγωνον μικρόν

λέξις, ψίθυρος
ἢ καὶ σιωπή

χώρος διὰ σέ, ὀλίγον μικρός
καὶ ὅμως σὲ χωρεῖ