#0. Διαγιγνώσκοντας το Νέο Πεδίο: ψηλαφώντας το παλιό επινοώ το νέο
μια σειρά κειμένων για τα παράδοξα των μεταβάσεων, των αλλαγών και των μεταμορφώσεων, τις συνέχειες και τις τομές τους

Με το τέλος της Καλοκαιρινής Στήλης

Καλοκαιρινή στήλη

σας παρουσιάζω με ενθουσιασμό τη Φθινοπωρινή Στήλη του Ανήμα με τίτλο:

«Διαγιγνώσκοντας το νέο πεδίο: ψηλαφώντας το παλιό επινοώ το νέο» μια σειρά κειμένων για τα παράδοξα των μεταβάσεων, των αλλαγών και των μεταμορφώσεων, τις συνέχειες και τις τομές τους

Το καλοκαίρι μας άφησε με μια κουρασμένη υπόσχεση: μια νέα αρχή που έχει παλιώσει από τις επαναλήψεις. Γιατί κάθε νέα αρχή δεν έρχεται ως παρθένα, αλλά αναδύεται μέσα από όσα έχουν (ξανά)-υπάρξει. Έτσι, το φθινόπωρο δεν είναι μόνο ένα «νέο ξεκίνημα» ούτε μόνο «παλιό μοτίβο». Είναι και τα δύο μαζί. Επανάληψη και επανεπινόηση. Mε αυτή τη σειρά κειμένων εξερευνώ αυτό του παράδοξο πεδίο της αλλαγής. Την κίνηση στο χώρο του “μεταξύ” .

Το παράδοξο είναι εγγενές στην Εμπειρία. Πρόκειται για την ίδια τη φύση της, που κατοικεί ταυτόχρονα σε κατευθύνσεις, που- αν και φαίνονται αντίρροπες- συνυπάρχουν, αλληλοσυμπληρώνονται, αλληλομεταμορφώνονται. Είναι το οντολογικό αποτύπωμα που μας αφήνει σα να λέει: «Είμαι αυτό που είμαι και είμαι πάντα και κάτι άλλο». Αυτό το άλλο είναι το υπόγειο αντίβαρο, η σκιά κάθε φανέρωσής της. Το λανθάνον στοιχείο που την μεταμορφώνει εκ των έσω.

Το φθινόπωρο με τα παράδοξά του είναι και μια ακόμα εκδήλωση του Ανήμα. Γιατί το Ανήμα είναι:

– Tαυτόχρονα ενιαίο και πολλαπλό: ένα νήμα που σε κάθε στιγμιαίο ξεδίπλωμα παίρνει και νέα μορφή

-Παλιό και νέο μαζί: κάθε σπειροειδής κίνηση εμπεριέχει τη μνήμη της προηγούμενης, γεννώντας αυτό που προηγουμένως υπήρχε ως λανθάνον, ενώ ταυτόχρονα το μεταστοιχειώνει

– Εσωτερικό και εξωτερικό: ριζώνει μέσα στον ψυχικό βυθό, αλλά εκδηλώνεται στον Κόσμο, στα φαινόμενα, στο Σώμα.

-Είναι συνεχές και ασυνεχές: ξεδιπλώνεται οργανικά ως όλον, ενώ τα άλματα, οι τομές, οι διαγνώσεις, είναι οι κόμβοι του.

Το Ανήμα είναι το νήμα της Ψυχής που ξεδιπλώνεται ενοποιώντας, χωρίς να καταργεί την ετερότητα. Το παράδοξο εδώ είναι ο ιστός που κρατά το Ανήμα ζωντανό. Αν το Ανήμα δεν ήταν παράδοξο, θα ήταν στατικό, θα πάγωνε. Το παράδοξο είναι η εγγύηση της κίνησής του. Ο παλμός του. Ο τρόπος που αναπνέει.

Η σειρά αυτή λοιπόν είναι η ιχνηλάτηση αυτού του πεδίου. Όχι για να το «επιλύσουμε». Να το εξερευνήσουμε. Να το εμπιστευτούμε. Να μάθουμε να κατοικούμε σε ένα έδαφος που διαρκώς αναδιαμορφώνεται.

Αφιερωμένο στo συνεχές του γίγνεσθαι, τα ανοίγματα και τα ξέφωτά του, αλλά και στις τομές του, όπως η Νέα Διάγνωση, το Νέο Σύμπτωμα, το Νοσούν Σώμα. Τη Μνήμη και την απώλειά της. Και ό,τι άλλο μας φέρει η σπείρα στο ξεδίπλωμά της.

#1. Ω, Σεπτέμβρη, φτάνω σε σένα όπως σε ξέφωτο

Για το δέντρο […] ένα μέρος του καλοκαιριού είναι χειμώνας, ένα μέρος της άνοιξης είναι φθινόπωρο. Ένα μέρος της ζέστης είναι το κρύο, ένα μέρος της γέννησης είναι ο θάνατος

-Από το Αρχέγονο κι άλλοι καιροί , Ολγκα Τοκαρτσουκ-

Το φθινόπωρο έρχεται με ανεπαίσθητα βήματα σαν να γλιστρά από το γερμένο φως του Σεπτέμβρη. Οι μέρες μικραίνουν κι όμως η ζέστη επιμένει θυμίζοντάς μας ότι τίποτα δεν τελειώνει απότομα. Ο χρόνος – οι εποχές – δεν γνωρίζουν κάθετες γραμμές.

Από το κάθετο ανελέητο φως του καλοκαιριού που τα φανερώνει όλα αμβλύνοντας τις σκιές, αρχίζουν τα πράγματα και αφήνουν το σκιερό απότύπωμά τους στο έδαφος, αποκαλύπτοντας τη σαφήνεια του περιγράμματός τους. Καθρεφτιζόμαστε στη σκιά μας που ολοένα μεγαλώνει. Στη σκιά. Το νέο αποκαλύπτεται χωρίς να προδίδει με διαφάνεια τα χαρακτηριστικά του μα μας επιτρέπει να διακρίνουμε το περίγραμμά του. Το νέο που ερχόμαστε να συναντήσουμε ξεδιπλώνεται εδώ και τώρα- μέσα από αυτό που ήδη είναι. Χωρίς να το αλλάζει. Χωρίς να το ακυρώνει. Όπως το φθινοπωρινό φως ξεμπλέκεται μέσα από το καλοκαιρινό. Όπως το φύσημα του ανέμου πάνω σε κλαδιά ήδη λυγισμένα.

Αυτή η Συνάντηση. Λεπτοφυής. Του παλιού με το νέο. Στο κέντρο της κίνησης, ούτε στο παρελθόν, ούτε στο μέλλον, αλλά στο αμφίθυμο φως του παρόντος.

Σε αυτό το μεταίχμιο Τόπο, όπου το παρελθόν στέκει σαν ανοιχτό κουτί και το μέλλον δεν έχει ακόμα όνομα, ανοίγει ο χώρος για την επινόηση του νέου. Δεν είναι «καινούρια αρχή». Μοιάζει περισσότερο με μια ανεπαίσθητη παύση στην κορυφή της εισπνοής πριν την εκπνοή. Την ανεπαίσθητη παύση ανάμεσα στα βήματα. Ένα άνοιγμα στο πυκνό δάσος της συνήθειας. Ένα ξέφωτο, όπως το ονομάζει ο Χάιντεγκερ. Τον ανοιχτό χώρο μες στο δάσος όπου το Είναι βγαίνει από την αφάνεια. Φανερώνεται. Συναντιέται. Ένας τόπος φωτεινός που το σκοτεινό δάσος με τις σκιές του του δίνει το σχήμα του, είναι το περίγραμμά του.

Η θεραπευτική συνάντηση μοιάζει με τη διαρκή συνύφανση του παρελθόντος με το μέλλον σε αυτό το κατώφλι του ξέφωτου. Το ξετύλιγμα της Ιστορίας είναι η ίδια κίνηση που δίνει χώρο σε νέες μορφές, νέες επινοήσεις, νέα νοήματα. Το νήμα δεν κόβεται, αλλά διασταυρώνεται με το άγνωστο, με τη σιωπή που περιμένει να γίνει λόγος. Το ξέφωτο δεν είναι τελικό καταφύγιο αλλά δυναμικός χώρος γίγνεσθαι- μια διαρκής πρόσκληση στο άνοιγμα, στην επινόηση, στη συνεχή κίνηση του Ανήμα. Δίνει χώρο στο βλέμμα, χωρίς να φανερώνει τα πάντα. Αφήνει μυστικό το δρόμο μες στην αντικρινή πλευρά του δάσους, κι έτσι μας καλεί να συνεχίσουμε. Άλλωστε, ο δρόμος ανοίγεται μόνο επειδή τον περπατάμε.

Το ξέφωτο μας καλεί να σταθούμε. Να ακούσουμε τη σιωπή ανάμεσα στα βήματα. Σε αυτή την απίθανη φωλίτσα, μπορούμε να διακρίνουμε το νέο που αναπνέει μέσα στο παλιό. Όπως το φως διαπερνά τα φύλλα ρίχνοντας στο χώμα τη σκιά τους, πριν πέσουν και τα ίδια και πάρουν τη θέση της.

#2. Όταν το φθινόπωρο μπαίνει με μια διάγνωση

Η στιγμή της διάγνωσης μπορεί να μοιάσει με κεραυνό σε καταγάλανο ουρανό. Με μια βαθιά τομή στο σώμα της Γης, ένα ρήγμα, ένα γκρεμό. Με εκείνη τη στιγμή όπου ο χρόνος χάνει τη συνέχειά του και ο κόσμος σκίζεται στα δύο σαν χαρτί: «πριν» και «μετά».

Η στιγμή της διάγνωσης, ωστόσο, μπορεί να μοιάσει και με σταγόνα διαλύτη που πέφτει σε θολό γυαλί αστράπτοντάς το. Αυτό που ήταν ήδη εκεί – σε μια ασάφεια, σε μια λανθάνουσα συνειδητότητα- παίρνει μια καθαρή μορφή. Είναι η δύναμη του Ονόματος. Δίνει σαφήνεια, περίγραμμα, ορατότητα. Συμπτώματα, βιώματα δύσκολο να ειπωθούν. Ίσως ασύνδετα, αποκομμένα. Μέσα σε αυτό το φόβο, το χαός, τη μοναξιά στον πόνο, μια λέξη μπορεί να γίνει δοχείο που χωράει αυτό που μέχρι τώρα ήταν μετέωρο. Κλειδί που ξεκλειδώνει ένα νέο χώρο. Διαγράφει τα όρια του πόνου, χαράζει μονοπάτι.

Υπάρχουν μαρτυρίες βαθιάς ανακούφισης που έρχεται τη στιγμή της διάγνωσης. Ένα Νέο Όνομα βαφτίζει την εμπειρία μου. Το σώμα μου μέσα από την ασθένεια επινοεί έναν νέο τρόπο να Είμαι. Κάποιες φορές λέει όχι. Σηκώνει φρούρια. Κάποιες άλλες καταφάσκει. Το μαθαίνει διαρκώς. Να καταφάσκει στη ζωή και τον πόνο. Στην τρωτότητα και την περατότητα. Μια βαθιά υπαρξιακή αλήθεια που είναι ευρέως γνωστή, μα τώρα βιώνεται βαθιά. Το Νέο Σώμα γίνεται χάρτης, το Νέο Σύμπτωμα πυξίδα. Μια υπενθύμιση βαθιά αναγκαία. Κάποιες φορές η διάγνωση έρχεται ως Κάλεσμα. Σε μια νέα επινόηση ύπαρξης και συνύπαρξης. Κάποιες άλλες μπορεί να φέρει αίσθηση ταυτότητας και συνεκτικότητας του Εαυτού, προσφέροντάς του όριο και περίγραμμα: «Είμαι Αυτή. Ξέρω πώς και προς τα πού πηγαίνω». Κάποιες φορές έρχεται στ’ αλήθεια ως αναγκαιότητα.

Φυσικά κι αυτή η ανακούφιση δεν είναι μονοδιάστατη. Έχει πόνο, απώλεια, πένθος. Πένθος για εκείνο το κομμάτι μου που το Νέο Όνομα με καλεί να αποχωριστώ. Αν και ο δρόμος που ξεκινώ να περπατώ είναι γέννημα θρέμμα αυτού του Κομματιού. Είναι μια βαθιά εμπειρία μεταμόρφωσης παραμένοντας ο Εαυτός μου.

Η διάγνωση μας καλεί να σταθούμε σε αυτό το «μεταίχμιο Τόπο» της Συνάντησης του παλιού και του νέου. Το νέο που είναι η ενσάρκωση του παλιού και ταυτόχρονα μεταστοίχειωσή του σε μια νέα επινόηση. Αποχαιρετώ και καλωσορίζω. Βρίσκω νόημα και θέση αυτού του Νέου Ονόματος στην Ιστορία μου καθώς αυτή διευρύνεται κι αλλάζει.

Στη θεραπευτική πράξη, η διάγνωση δεν είναι καταληκτική σαν ετικέτα. Είναι ξέφωτο. Ο ανοιχτός χώρος που το ακατάληπτο γίνεται γλώσσα. Όταν αυτή η γλώσσα μιλιέται με σεβασμό δίνει χώρο για ανάσα. Φωτίζει το τοπίο χωρίς να εξαφανίζει τις σκιές και έτσι μας καλεί να τις συναντήσουμε. Είναι η στιγμή που το ανείπωτο εισάγεται στο Λόγο και μέσα σε αυτόν μεταμορφώνεται.

#2.1. Το Σώμα που Νοσεί: Η περίπτωση της Αυτοανοσίας

«…να δίνεσαι σαν φως γενναιόδωρο που στη λάβα του σε καίει..»

Κάποιοι άνθρωποι έχουν μάθει να καίγονται μέσα στο ίδιο το γενναιόδωρο φως τους. Λένε σε όλα «ναι», αφήνοντας την άμυνα τους να λιγοστεύει. Μένουν συχνά εκτεθειμένοι χωρίς όριο. Απροστάτευτοι. Προσφέρονται, θυσιάζονται, αδειάζουν, νεκρώνουν τα συναισθήματά τους. Κάποια μέρα νιώθουν σαν ξένοι μέσα στο σώμα τους. Δεν αναγνωρίζουν την κατοίκηση στο σώμα ως «εαυτός». Αισθήματα παραβίασης. Εισβολείς που πρέπει να καταπολεμηθούν. Οι προστατευτικοί μηχανισμοί μπερδεύονται, ο θυμός δεν κατευθύνεται έξω αλλά μέσα. Επιτίθεται στον απο-ξενωμένο παραβιασμένο εαυτό αντί για εκείνο που στα αλήθεια παραβιάζει. Αυτοανοσία.

Ο Γκάμπορ Ματέ υπενθυμίζει πως το σώμα και η ψυχή δεν είναι δύο ανεξάρτητες οντότητες. Η «ψυχονευροανοσολογία» υπογραμμίζει την κοινή διεργασία σε ψυχικό και σωματικό επίπεδο. Δεν πρόκειται για παράλληλη διαδικασία, αλλά για την ίδια που καταγράφεται σε δύο διαφορετικές γλώσσες. Δεν είναι τυχαίο το ψυχολογικό προφίλ που συχνά συναντάται σε ανθρώπους με χρόνια νοσήματα: η δυσκολία να πουν «όχι», η αυτοθυσία, η υπερ-ευθύνη, η υπερ-προσαρμογή, η καταστολή των συναισθημάτων που ενώ έρχονται για να μιλήσουν φιμώνονται, η αυτο-επιθετικότητα.

Έτσι, το σώμα γίνεται η σκηνή όπου παίζεται αδυσώπητα το έργο. Μια φευγαλέα, σχεδόν άυλη αλήθεια, που δύσκολα μπορώ να την κοιτάξω, να την ονομάσω, να την αναγνωρίσω. Μια παλιά μου λειτουργία, βαθιά οικεία μα ολότελα ξένη. Ξένη γιατί με χωρίζει από τον εαυτό μου. Φευγαλέα, χωρίς όνομα, σχεδόν ανύπαρκτη. Τώρα εγγράφεται στο σώμα, που μέσα από τη νόσο την μετατρέπει σε υπαρκτή, ορατή, αδυσώπητα υλική. Ανιχνεύεται πια στα υγρά, στο αίμα, στους ιστούς. Παίρνει όνομα και μορφή, δεν μπορεί πια να αγνοηθεί. Το νόσημα δεν έρχεται ως τομή, αλλά ως συνέχεια μιας παλιάς σιωπής που βρήκε επιτέλους τρόπο να αποκαλυφθεί. Αυτο-επιθετικότητα που εγγράφεται ως αυτο-άνοσο.

Κι έπειτα είναι ο πόνος. Ο πόνος που μέσα στην απώλεια χαράζει το περίγραμμά μου, που βάζει όρια εκεί που δεν έβαλα εγώ. Ο πόνος λέει «όχι», λέει «δεν μπορώ», και αυτό δεν είναι παρηγορητικό αλλά βαθιά υπαρξιακό: μέσα από την άρνησή του, ο πόνος καταφάσκει στον εαυτό, τον κάνει αισθητό. Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος της αυτο-κατηγορίας, το «εγώ με έφερα εδώ». Κι όμως, πολλές μαρτυρίες ανθρώπων που νόσησαν μιλούν για έναν άλλο δρόμο. Μες στην απώλεια, βρήκαν έναν τρόπο να ξανακατοικήσουν μέσα τους, να επινοήσουν έναν νέο τρόπο να ζουν.

Το σώμα δεν καταδικάζει. Αποκαλύπτει. Δεν ψεύδεται. Μιλά με γλώσσες πολλές. Αισθήσεις, συναισθήματα. Κάποια μέρα μπορεί να μιλήσει με τη γλώσσα του πόνου, που είναι η πιο γυμνή μα ειλικρινής του γλώσσα. Κι αυτή η αλήθεια, γυμνή κι αδυσώπητη, συχνά φέρνει μια ανακούφιση: οι φωνές που έμεναν καιρούς ατέρμονους πνιγμένες, ηχούν τώρα εκκωφαντικά, σαν σάλπισμα δακρύων που τέμνουν τη σιωπή.

#2.2. Για το Σύμπτωμα- Πυξίδα

(Ωδή στη Σκλήρυνση)

Το δέρμα σκλήρυνε
να ξεκουράσει την καρδιά
φρούριο από μνήμη

Η παλάμη παρέλυσε στο άπλωμά της
Κρατά πια τον εαυτό της
σαν για πρώτη φορά

Ο κορμός τυλίχτηκε μόνος
μ’ αόρατα χέρια
σαν μωρό σε ασφυκτική κουβέρτα

Κι ένας ηλεκτρισμός
το σώμα ειδοποιεί
προτού από αληθινό χέρι αγγιχτεί

Ω, σύμπτωμα
βελόνα είσαι
που τρεμοπαίζει
προτού τον προορισμό σου βρεις

Ψίθυρος είσαι
σε άγνωστη γλώσσα
Άγγιγμα
σε άγνωστη χώρα

Άγνωστη γλώσσα
κι όμως
δική μου

Άγνωστη χώρα
ολοδικη μου

#2.3. Ασθένεια: Απώλεια & Επινόηση

«Κάθε απώλεια είναι μια ευκαιρία»
-A. Beisser-

Κάποιες απώλειες είναι τόσο μεγάλες που δεν χωρούν στη γλώσσα. Καταλαμβάνουν κάθε ιστό ύπαρξης, τον Κόσμο όλο και τον τρόπο μου να Είμαι σε αυτόν. Κάποιοι άνθρωποι λόγω της ασθένειας έχασαν την ίδια τη βεβαιότητα ότι υπάρχουν. Έχασαν πυρηνικές λειτουργίες, ομιλία, κίνηση. Είναι ένα πλήγμα πέρα από το «εγώ μπορώ», είναι ένα πλήγμα πάνω στο «ορίζω τον Εαυτό μου», «έχω έλεγχο στο σώμα μου», στο «μόνη βεβαιότητά μου είναι η ύπαρξή μου». Ω, ασθένεια, πώς ήρθες και χώρισες στα δύο το νου με το σώμα. Όταν το σώμα παύει να υπακούει, είναι σαν να χάνεται ο ίδιος ο χάρτης του εαυτού. Δεν υπάρχει «εμπρός», μόνο ένα κενό που καταπίνει τα βήματα, μια σιωπή που δεν έχει τέλος. Ο πόνος, αδυσώπητος, διαλύει κάθε γνώριμο νόημα.

Μέσα στο απύθμενο αυτού του πόνου και τις ρωγμες που χάραξε στον τρόπο που έχω μάθει να κατοικώ την ύπαρξή μου, ανοίγονται δρόμοι για μια νέα επινόηση ζωής. Αυτή η οπτική ας μην ιδωθεί ως παρηγορητικό επίθεμα πάνω στο αδυσώπητα αληθινό του πόνου, ως άρνησή του. Αντίθετα, το βίωμα του πένθους χρειάζεται να αναγνωριστεί στη βαρύτητα και τη δυσκολία που φέρει και να μην επιβληθεί βιασύνη για το «ξεπέρασμά» του. Το άνοιγμα προς την επινόηση και την ανακάλυψη είναι εγγενές στο βίωμα της απώλειας, σαν το παράδοξο αντίβαρό του. Δεν έρχεται από την αντικατάσταση ή παράκαμψη αυτού που έχει χαθεί, μα παραδόξως από την ίδια την παραμονή σε αυτό. Οι ρωγμές που άνοιξαν στο Σώμα του Κόσμου όπως ήξερα να τον κατοικώ, η εμβύθιση σε αυτές, είναι και ανοίγματα σε Κόσμους άλλους που δεν θα μου αποκαλύπτονταν χωρίς τις ρωγμές και που δεν θα χρειαζόμουν πιθανότατα να ανακαλύψω χωρίς αυτές.

Η ιστορία του Arnold Beisser – του εμπνευστή της Παράδοξης Θεωρίας της Αλλαγής- φωτίζει με συγκλονιστικό τρόπο αυτή τη μεταμορφωτικη διαδικασία. Ο Beisser, γιατρός και αθλητής τενίστας, προσβλήθηκε από πολυομυελίτιδα το 1950. Μέσα σε ώρες, «από γιατρός έγινε ασθενής, από αθλητής σακάτης». Η ζωή του άλλαξε πλήρως. Παρέλυσε σχεδόν τελείως. Δεν μπορούσε να περπατήσει, να καθίσει μόνος, να αναπνεύσει χωρίς υποστήριξη.

Στην αυτοβιογραφία του Flying without wings μιλά για την απώλεια, τον αγώνα του μέσα σε αυτή, την αποδοχή. «Ο πόνος που ζει κανεις στην απώλεια δεν μπορεί να ποσοτικοποιηθεί με αντικειμενικά μέτρα», γράφει. Η άρνηση, λέει, είναι ένα απαραίτητο στάδιο: ένας σταθεροποιητικός μηχανισμός όταν η ζωή μοιάζει αδύνατη χωρίς αυτό που έχει χαθεί. Το πέρασμά του προς την αποδοχή το διάνοιξε όταν έστρεψε τη ματιά του από αυτό που λείπει σε αυτό που είναι παρόν. Είδε νέες δυνατότητες, νέες ευκαιρίες. «Κάθε απώλεια είναι μια ευκαιρία».

«Όταν σταμάτησα να προσπαθώ να αναζητώ πώς να βγω από την αναπηρία μου, και αντίθετα, ενεπλάκησα σε αυτή, ανακάλυψα ότι οι δυσάρεστες πλευρές της άλλαξαν. Καθώς επέτρεπα στον εαυτό μου να είναι ολόκληρος στο μέρος που ήμουν και αυτός που ήμουν εκείνη τη στιγμή, χωρίς να σχεδιάζω την επόμενη – αυτή η στιγμή, αυτό το μέρος, και εγώ ο ίδιος, άλλαξα. Το να είναι κανείς εδώ και να αισθάνεται το θαύμα, το

δέος, τον τρόμο, το τραγικό, το κωμικό, είναι το προνόμιο της ζωής» Arnold Beisser, Flying without wings, 1989

Μέσα στην ακινησία και τη σιωπή, επινόησε την Παράδοξη Θεωρία της Αλλαγής, που στον πυρήνα της λέει: «Η αλλαγή συμβαίνει όταν κάποιος γίνεται αυτό που είναι, όχι όταν προσπαθεί να γίνει κάτι που δεν είναι.» Arnold Beisser – The Paradoxical Theory of Change. 1970

Είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια θεωρία. Είναι μια βαθιά ματιά μέσα στην ύπαρξη. Και είναι πολύ στηρικτική για εμάς, τους θεραπευτές, που στεκόμαστε πλάι στον αθρώπινο πόνο, να διατηρούμε την πίστη μας ότι ο άνθρωπος, ακόμη και μέσα στην πιο ακραία αντιξοότητα, μπορεί να ανακαλύψει εκ νέου τη δυνατότητά του να ζει. Όχι παρά τον πόνο, μα μαζί του.

Η συνέντευξή του: Άπώλεια, Αλλαγή & Ευκαιρία

#3. 21 Σεπτεμβρίου | Παγκόσμια Ημέρα Alzheimer

Ωδή στη Μνήμη

Ω, μνήμη, εσύ
φλόγα τρεμάμενη ζωντανή
νήμα που υφαίνεις
νόημα μες στο εφήμερο του χρόνου

Όταν κόβεσαι, νήμα
κάθε πρωί ξυπνώ σε άγνωστο σώμα
κάνω κινήσεις που το σώμα γνωρίζει
μα σαν με ξένα χέρια

Επανάληψη χωρίς ρίζα
Κενό
Κάθε ημέρα
Μια νέα επινόηση
Σε τέλεια επανάληψη

Σε αυτή τη σχεδόν απουσία
Παραστέκονται οι φρουροί
που σιωπηλά σαν προσευχή
κρατούν τη φλόγα αναμμένη

Το νήμα άσκιστο
Επινοούν το νόημα
Με άγρυπνα χέρια
Μαρτυρούν την αδιάκοπη συνέχεια

Τιμή σε αυτούς που κατοικούν σε τρεμάμενο κενό
Τιμή σ’ εκείνους που φυλάττουν το φως-
να συνεχίσει να φέγγει
εκεί που η μνήμη τρεμοσβήνει

#3.1. Η μνήμη πονά μα μας κρατά στη ζωή

[…] Η μνήμη δεν αντικαθιστά ό,τι δεν υπάρχει πια. Είναι σύμπτωμα αυτής της απουσίας. Αρρώστια […]

[…] Η μνήμη δεν αντικαθιστά ό,τι δεν υπάρχει πια, συμφωνώ με τον Ιβάν, όμως αν χαθεί το κενό είναι τρομακτικό, η μοναξιά αμείλικτη και η νοσταλγία μονάχα μια ενοχλητική σκοτοδίνη […]

Αποσπάσματα από το διήγημα του Μιχάλη Μαρκόπουλου -Άρης-

#3.2. Η μνήμη ως τόπος κατοίκησης

«Η ανάμνηση είναι η σκέψη του Είναι» M. Heidegger

Δεν είναι κάτι στιγμές που μια ανάμνηση διεισδύει ακραιφνώς αποφασιστικά στη σκηνή του παρόντος; Μια μυρωδιά από υγρό χώμα, ένα παλιό τραγούδι ή ένα βλέμμα στον καθρέφτη. Κι ο ερχομός τους δε φέρνει μια ανεπαίσθητη παύση σε ο,τι κάνω; Στο βλέμμα, στην κίνηση, στην ανάσα. Κάτι τέτοιες στιγμές η ανάμνηση μοιάζει περισσότερο όχι σαν κάτι που θυμάμαι μα σαν κάτι που θυμάται εμένα. Μια συμπυκνωμένη ενέργεια παρουσίας μαζεύεται μέσα μου, είμαι εδώ! Σαν κάτι να με τοποθετεί ξανά μέσα στο χρόνο, λέγοντάς μου πως είμαι συνέχεια και όχι τομή.

Η μνήμη δεν είναι απλώς ένας τόπος αποθήκευσης αναμνήσεων. Είναι τόπος κατοίκησης. Δεν φυλάει μόνο το παρελθόν, αλλά το αναπνέει, το διαχέει στο παρόν, το προβάλλει στο μέλλον. Κάθε φορά που κάτι μέσα μας θυμάται, δεν επιστρέφουμε σε ό,τι υπήρξε, αναλαμβάνουμε αυτό που υπήρξε, το φέρνουμε στο «τώρα» για να συνεχίσει να σημαίνει. Το παρελθόν δεν είναι πίσω μας, είναι ανάμεσά μας: στο βλέμμα που μαλακώνει, στην απόφαση που παίρνουμε χωρίς να ξέρουμε γιατί, στο βήμα που συνεχίζει ένα παλιό χορό ώσπου να βρει νέο προορισμό.

Ο Heidegger θα έλεγε πως αυτή η μνήμη δεν είναι πράξη ανάκλησης αλλά τρόπος ύπαρξης. Το Dasein, το ον που είμαστε, δεν «έχει» μνήμη – είναι μνήμη, εφόσον το είναι του είναι χρονικό. Η ύπαρξη δεν είναι γραμμική: παρελθόν, παρόν και μέλλον δεν διαδέχονται το ένα το άλλο αλλά συνυφαίνονται. Κουβαλάμε πάντα αυτό που έχουμε υπάρξει, όχι ως βάρος αλλά ως δυνατότητα – το παρελθόν μας δεν τελείωσε κάπου, μένει εδώ διαθέσιμο να το (ξανα)κατοικήσουμε.

Το λεπτό νήμα της μνήμης μας ανοίγει προς αυτό που δύναται ακόμη να γίνει. Δεν μας επιστρέφει στην απώλεια, αλλά στη συνέχεια. Μέσα της υπάρχει ήδη το σπέρμα του μέλλοντος – μια αθόρυβη υπόσχεση ότι το «ήδη-υπάρξαν» μπορεί να μεταμορφωθεί σε δυνατότητα επαν-ύπαρξης με νέα σημαίνοντα.

Στη θεραπευτική συνάντηση, είναι αυτή η κίνηση της Μνήμης που γράφει Ιστορίες. Όταν αφηγούμαι δεν ανασύρω απλώς γεγονότα. Ζωντανεύω έναν τρόπο που κάποτε έμαθα να υπάρχω – έναν ρυθμό, μια αίσθηση, ένα βλέμμα στον Κόσμο. Το να «θυμάσαι», στη θεραπεία δεν σημαίνει να επαναλαμβάνεις το παρελθόν, αλλά να το επαναβιώνεις μέσα σε νέο πλαίσιο σχέσης. Εκεί, μπροστά στον Άλλο, το παλιό επινοεί τόπους να πραγματωθεί διαφορετικά. Η μνήμη τότε γίνεται παρουσία: η στιγμή όπου η Ιστορία και το Μέλλον συναντιούνται στο παρόν. Δεν κουβαλάω παρελθόν, κατοικώ στη συνέχεια της ύπαρξης.

Με αυτή την ήσυχη σοφία ξεδιπλώνεται το φθινόπωρο: επιτρέπει στα πράγματα να κιτρινίσουν χωρίς να χάνονται, να μεταμορφώνονται σε γόνιμο έδαφος για το

επόμενο. Όπως και η μνήμη, δεν είναι το αντίθετο της λήθης, αλλά η μορφή μέσα από την οποία η ζωή διατηρεί τη συνοχή της. Τελικά, θυμόμαστε όχι για να ξέρουμε ποιοι ήμασταν. Θυμόμαστε για να μπορούμε να είμαστε εδώ, στο παρόν που περιέχει όλα όσα υπήρξαν και όλα όσα έρχονται.

Αν η μνήμη είναι τρόπος να υπάρχουμε, τι σημαίνει για την ύπαρξη η λήθη;

4. Ωδή στη Νοσταλγία

Ω, Νοσταλγία, εσύ
πόσο αθόρυβα περνάς μέσα από τα πράγματα
σαν βλέμμα άρωμα κι ανάσα

Δεν ζητάς να επιστρέψεις
μονάχα ν’ αγγίξεις ό,τι πέρασε
να του δώσεις πάλι σχήμα στη σιωπή

Πόνος είσαι και γαλήνη
Πληγή που ζεσταίνει
Χάδι που θυμάται

Σε σένα ανήκει ο χρόνος
εκείνος που δεν περνά μ’ απλώνεται
σαν φως πάνω σε παλιές φωτογραφίες

Επιθυμείς χωρίς να κατέχεις
Στο κενό κατοικείς
εκεί που το Είναι σχεδόν απουσιάζει
και σχεδόν είναι παρόν

Ω, Νοσταλγία, εσύ
μυστική κίνηση του Είναι
Βλέμμα που χωραέι το τώρα και το πριν
Χωρίς να τα ενώνει

Καταφύγιο είσαι του φθινοπώρου
στο γλυκό σου το Κενό
ο Κόσμος ονειρεύεται τον Εαυτό του

#4.1. Το άλγος της ανεκπλήρωτης επιστροφής

«Αυτό που ζητά να επιστρέψει, δεν μου ανήκει.»

Ω, Νοσταλγία. Από τι ονειρική υφή είσαι φτιαγμένη. Πόσο πιο φθινοπωρινό να γίνει το βίωμά σου. Κάπου ανάμεσα στην Τομή και τη Συνέχεια ή ταυτόχρονα στη μια και την άλλη. Τι χρώμα χώρου και χρόνου είναι αυτό που φέρνεις στο παρόν μου. Σαν πλησίασμα κορμιού ζεστού και ημιδιάφανου που τη στιγμή του εναγκαλισμού διαπερνά το υλικό μου Σώμα σαν ψίθυρος. Σαν αντανάκλαση φωτός πάνω σε τζάμι που σχηματίζει ένα οικείο μου πρόσωπο κι όταν το αγγίζω με ζεσταίνει μα εξαφανίζεται.

Η εμπειρία της Νοσταλγίας είναι βαθιά παράδοξη. Η επιθυμία να επιστρέψω σε κάτι που όσο πιο κοντά το φέρνω τόσο πιο πολύ πονάω. Με έναν πόνο απαλό, σχεδόν αύλο. Στο παρόν μου δημιουργείται μια λεπταίσθητη σχισμή – δεν πονάει, γλυκαίνει. Μέσα από την σχισμή δημιουργείται η ονειρική σκηνή της Νοσταλγίας. Ανάμεσα σε μια βαθιά παρουσία στο παρόν και μια αληθοφανή επιστροφή του περασμένου. Δεν είναι ανάκληση. Είναι μια παρουσία που ζητά να ξαναγίνει. Είναι η εμπειρία του να επιστρέφει κάτι αλλοτινό μου, η επιθυμία να ενωθώ μαζί του. Ο αλλοτινός Εαυτός επιστρέφει ως Αλλος που δεν μπορώ να κατέχω ολοκληρωτικά.

Ο Νόστος της Νοσταλγίας δεν αφορά την επιθυμία να επιστρέψω κάπου, αλλά την εμπειρία του να με επιστρέφει κάτι που δεν μπορώ να κρατήσω. Κι όσο αφήνομαι σε αυτό, τόσο αναδύεται η βαθύτερη αλήθεια της νοσταλγίας: πως ό,τι αγαπήθηκε ποτέ δεν μου ανήκει ολοκληρωτικά. Ζει μέσα μου, αλλά όχι για εμένα.

Το άλγος της Νοσταλγίας γεννιέται από την εγγύτητα που δεν ολοκληρώνεται. Μοιάζει με τον πόνο του Έρωτα. Μέσα στην ανεξάντλητη επιθυμία να κατέχω και να κατέχομαι από τον Άλλον, ο Άλλος ποτέ δεν μου ανήκει. Σαν αγκαλιά σφιχτή που όσο πιο σφιχτή γίνεται τόσο πονάει το αδύνατο της πλήρους ένωσης. Μια ένωση που δεν εκπληρώνεται. Παρόλο που είναι τόσο κοντά. Είναι μια συνάντηση χωρίς αφή, ένα βλέμμα που σταματά πριν το άγγιγμα.Κάθε επιστροφή είναι μια Συνάντηση με το ανέφικτο – ένας γλυκός λεπτοφυής πόνος.

«Κάθε παρουσία διαπερνάται από μια απουσία», γράφει ο Merleau-Ponty. Νοσταλγία! έρχεσαι σαν άγγιγμα που δεν μπορεί να αγγιχτεί, εγγύτητα είσαι με αυτό που λείπει. Το ορατό είναι η επιφάνεια ενός αόρατου που πάντοτε απουσιάζει και πάντοτε καλεί. Παρουσία και απουσία συμπλέκονται σε μια σιωπηλή χειρονομία, σαν χέρι που απλώνεται και υποχωρεί την ίδια στιγμή. Μέσα σε αυτή την κίνηση, γεννιέται ο πόνος του σχεδόν.

Μήπως δεν είναι όλα αυτά παράδοξα δώρα της Νοσταλγίας; μαθαίνω να αγαπώ χωρίς κατοχή, να θυμάμαι χωρίς απαίτηση επιστροφής. Μέσα στον πόνο της

ανεκπλήρωτης ένωσης, αρχίζει να σχηματίζεται κάτι άλλο: ένας λεπτός, άδειος χώρος, που δεν γεμίζει αλλά αναπνέει.

Στη θεραπευτική εμπειρία, αυτός ο χώρος είναι πολύτιμος. Μαθαίνω να στέκομαι στο κενό, Να το αναγνωρίζω ως κάτι που υπήρξε και συνεχίζει να ζει, χωρίς να είναι πια … όλοτελα δικό μου. Και μέσα σε αυτή τη σιωπηλή αποδοχή, το ανήκειν μεταμορφώνεται: δεν είναι πια σχέση κατοχής, αλλά εγγύτητας. Μιας εγγύτητας που ναι, πονά, μα και θεμελιώνει.

#4.2 Η νοσταλγία ως εσωτερικός χώρος

Η Νοσταλγία έχει κι άλλο πρόσωπο. Έχοντας περάσει από τον Πόνο τον έχει μετατρέψει σε Ομορφιά. Είναι αυτή η αίσθηση που μου αφήνει, όχι πια της αγωνίας για επιστροφή και ένωση, μα της ησυχίας του να στέκομαι μέσα στον απόηχο του ανεκπλήρωτου. Σαν να έχω υπερβεί την επιθυμία να επιστρέψω εκεί και αναγνωρίζω βαθιά ότι αυτό το «άλλοτε» υπάρχει μέσα μου, σαν χώρος που ανασαίνει αθόρυβα.

Ο Bachelard έλεγε πως ο χώρος ονειρεύεται τον εαυτό του, ως πράξη αναδημιουργίας αυτού που είναι – ενός εαυτού που δεν εξαντλείται στην παρούσα μορφή του αλλά κρύβει ένα πλεόνασμα παρουσίας που μένει να φανερωθεί. Έτσι και η Νοσταλγία: ονειρεύεται τον τόπο που δεν υπάρχει πια, όχι για να τον αναστήσει, αλλά για να τον κατοικήσει εσωτερικά. Το σπίτι που λείπει γίνεται δωμάτιο εντός μου, το βλέμμα που υπήρξε και πέρασε μεταμορφώνεται σε παράθυρο. Έτσι γεννιέται ένας ενδιάμεσος τόπος: ανάμεσα σε παρελθόν και παρόν, πραγματικότητα και φαντασία, εκεί όπου η απώλεια μετασχηματίζεται σε ονειρική παρουσία. Η Νοστάλγια γίνεται ο Τόπος που ονειρεύεται τον εαυτο Του.

Ο πόνος της ανεκπλήρωτης επιστροφής χαράζει μέσα μας ένα κενό που κατοικείται. Δεν μοιάζει πια με πληγή, είναι άνοιγμα, χώρος, ξέφωτο. Ένας απαλός, σιωπηλός χώρος όπου μπορούμε να σταθούμε χωρίς να ζητάμε λύτρωση. Η νοσταλγία γίνεται τότε τρόπος κατοίκησης της έλλειψης – σαν ένα δωμάτιο με ανοιχτό παράθυρο, που αφήνει τον άνεμο να περνά και να λέει: «υπάρχεις».

Στη θεραπευτική εμπειρία, αυτός ο χώρος είναι πολύτιμος. Είναι ο τόπος όπου το άλγος δεν ζητά πια να αρθεί, αλλά καθώς ακούγεται μετασχηματίζεται. Εκεί το ανεκπλήρωτο δεν χρειάζεται απάντηση, γιατί ήδη περιέχει τη μορφή μιας γλυκιάς αποδοχής. Εκεί, το να νοσταλγείς σημαίνει να αφήνεσαι – να ονειρεύεσαι απαλά μαζί με αυτό που δεν είναι πια εδώ και δεν σου ανήκει. Ένας χώρος που σε ανήκει ενώ σε ονειρεύεται.

4.3. Η Νοσταλγία του Παρόντος

«Κάθετί που ζω ξεγλιστράει σαν ανάμνηση εντός της πάλλουσας διάρκειάς μου»

Κάποτε ζούσα στην Ολλανδία. Μια μέρα είχα πάει με κάποιους φίλους σε μια γιορτή ενός σχολείου μες στη φύση. Σε διάφορες γωνιές, μαθητές του σχολείου και επισκέπτες δημιουργούσαν, χόρευαν, γελούσαν. Το βίωνα νοσταλγικά και με μια τέτοια νοσταλγία λέω στους φίλους μου: «Τι όμορφα που είναι!». Ένας από αυτούς μου απαντά με ελαφρά ειρωνία: «Και γιατί το λες σαν να είναι παρελθόν, ενώ είσαι εδώ και το ζεις;»

Υπάρχουν στιγμές που το παρόν δεν προλαβαίνει να γίνει παρόν. Γεννιέται ήδη με μια σκιά απώλειας πάνω του. Σαν να χαράζεται μέσα του μια λεπτή τομή που το μετατρέπει ακαριαία σε «όχι-Εδώ», κάτι αλλοτινό. Ζω κάτι και την ίδια στιγμή το βλέπω να απομακρύνεται. Δεν έχει καν περάσει, κι όμως ήδη μου λείπει.

Αυτή η λεπτή τομή που χαράζεται στο τώρα αφήνει μια γλυκιά συγκίνηση: είμαι πλήρως μέσα σε αυτό που συμβαίνει, και ταυτόχρονα κάπως απ’ έξω, σαν παρατηρητής μιας σκηνής που με ανήκει- ανήκω εδώ – αλλά δεν με περιέχει ολόκληρα. Το βίωμα απλώνεται, αλλά δεν κλείνει γύρω μου. Κάτι γλιστρά, κάτι μένει ασύλληπτο. Σαν όνειρο που το ζω και ταυτόχρονα το θυμάμαι.

Ίσως αυτό που ζω τώρα ανήκει σε έναν παλιό μου εαυτό, σε αλλοτινά μου κομμάτια που μπορεί να ονειρεύτηκαν ότι ανήκουν σε ένα τέτοιο συμβάν. Κάθε στιγμή περιέχει το ίχνος όλων των παρελθόντων εαυτών μου. Όταν ζούμε κάτι τώρα, δεν το ζούμε «καθαρά», αλλά μαζί με όλους τους προηγούμενους εαυτούς που κουβαλάμε. Έτσι, αυτό που ζούμε δεν είναι ποτέ πλήρως «τώρα» – είναι μια χορδή πολλαπλών εαυτών που πάλλονται μαζί. Κι αυτή η πάλλουσα χρονικότητα γεννά τη νοσταλγία μέσα στο παρόν. Ο εαυτός που αντιλαμβάνεται στέκει λίγο παραδίπλα να παρακολουθεί αυτό τον πάλλοντα χορό στη σκηνή του ανήκειν. Έτσι, το παρόν γίνεται τόπος συνάντησης δύο χρόνων: ο ένας ρίχνεται ολοκληρωτικά μέσα του, ο άλλος παραδίπλα βλέπει. Κι εγώ, ανάμεσά τους – συγκινημένη, τρυφερά έκθετη, ελαφρώς απούσα.

Ο Merleau-Ponty θα έλεγε πως «βλέπω τον εαυτό μου να βλέπει», ή «βλέπω τον εαυτό μου να ζει». Η αίσθηση είναι ότι δεν συμπίπτουμε ποτέ ολοκληρωτικά με την εμπειρία μας. Η συνείδηση έχει μια απόσταση από αυτό που ζει – είναι ταυτόχρονα μέσα και παραδίπλα στο βίωμα. Το τώρα γίνεται ημιδιάφανο – φωτίζεται από μέσα αλλά δεν αγγίζεται καθ’εαυτό. Παρούσα και απούσα ταυτόχρονα, η εμπειρία γίνεται σχεδόν μουσική: μια συγχορδία που ακόμα αντηχεί προτού σιγήσει.

Είναι μια γλυκιά επίγνωση ότι η ζωή δεν μου δίνεται ποτέ ολόκληρη. Με ακουμπά και υποχωρεί, μου προσφέρεται και διαφεύγει. Και μαθαίνω να την κρατώ ακόμα και την ώρα που μου ξεγλιστρά μέσα από τα δάχτυλα.

#5. Ωδή στη Λήθη

Ω, Λήθη, εσύ
με τα πολλά ονόματα
άλλοτε σε λένε Θάνατο
Άλλοτε Έλεος
Και άλλοτε Γνώση

Είναι φορές που σαν του Κόσμου τη σκιά
καταπίνεις ονόματα και σώματα
ρωγμή γίνεσαι της Ύπαρξης
και σα σκόνη τη σκορπίζεις στο έλεος του ανέμου

Άλλες πάλι έρχεσαι σαν χέρι σπλαχνικό
ν’ αφαιρέσεις βάρη
και να σωθεί το Είναι
Δεν είσαι ψέμα – μα έλεος σιωπηλό

Κι είναι φορές που τόσο σοφά
Αφαιρείς μα δε στερείς
ώσπου να φανερωθεί η δίχως όνομα αλήθεια
αυτή που ήταν πάντοτε εκεί

Ω, Λήθη, εσύ
απογυμνωτική χάρη του Κόσμου
στο χέρι σου αφήνεται ο Χρόνος
όταν μακάρια θέλει να ξαποστάσει
προτού χρειαστεί τις λέξεις για να υπάρξει

#5.1. Η Λήθη ως Απώλεια του Εαυτού

«Λήθη δεν είναι μόνο αυτή που σβήνει τις μνήμες Είναι κι εκείνη που σβήνει τον Μνήμων»

Αν, λοιπόν, η Μνήμη είναι τρόπος να υπάρχουμε
τι σημαίνει για την ύπαρξη η λήθη;

Κάποτε δεν ξεχνάμε γεγονότα. Ξεχνάμε εμάς. Όχι το τι συνέβη, αλλά ποιος ήμουν μέσα σε αυτό. Σαν να τραβιέται το σώμα μου προς τα πίσω και να μένει μόνο ένα περίγραμμα, ένα κέλυφος που συνεχίζει να κινείται δίχως βάρος. Η λήθη τότε δεν μοιάζει με άδεια μνήμη, αλλά με άδειο Εαυτό. Ένα σώμα που θυμάται τις κινήσεις του, μα όχι τον κάτοικό τους. Που ξέρει να κάνει μα δεν ξέρει «πώς» το ξέρει. Που συνεχίζει να κάνει μα δεν θυμάται το σκοπό. Σαν δέντρο που διατηρεί τον κορμό, ενώ τα φύλλα – οι εμψυχώσεις του – σκορπίζουν σαν πουλιά στον αέρα. Ω, Λήθη, πώς ήρθες και χώρισες στα δυο το Σώμα με την Ιστορία του.

Εκεί αρχίζει η ύπαρξη να χάνει την δική της υλικότητα. Δεν κατοικώ πια τον εαυτό μου, με κατοικεί το κανείς. Ο Heidegger θα το έλεγε πτώση στο das Man, στη ζωή που συνεχίζει από συνήθεια, χωρίς ιδιοκτησία. Αποσωματοποίηση της ύπαρξης, θα το έλεγε ο Merleau-Ponty. Σαν να έχει λυθεί ο μίτος που κρατούσε το σώμα δεμένο με την ψυχή του. Γύμνωση του Εαυτού.

Η λήθη, εν τω μεταξύ, δεν συμβαίνει μόνο σε εκείνον που λησμονεί. Αφορά εξίσου κι εμένα που στέκομαι δίπλα του. Γιατί όταν κάποιος παύει να με αναγνωρίζει, δεν χάνεται μόνο ο κόσμος του, κλονίζεται το σχεσιακό υπόβαθρο που μοιραζόμαστε. Η σχέση, που άλλοτε πατούσε πάνω σε κοινές αναμνήσεις, χειρονομίες, και λέξεις, βρίσκεται τώρα γυμνή. Δεν υπάρχει πια το «θυμάσαι τότε που ήμαστε..;», δεν υπάρχει η βεβαιότητα του «μαζί υπήρξαμε». Η κοινή Ιστορία αποσύρεται – κι όμως, η αγάπη μένει. Μόνο που τώρα δεν μπορεί να στηριχτεί στην Ιστορία. Πρέπει να σταθεί γυμνή κι αυτή – σε ένα παρόν χωρίς ρίζα.

Εκεί αναδύεται το ερώτημα: μπορεί να υπάρξει αγάπη χωρίς μνήμη; Μπορεί να παραμένει σχέση όταν δεν υπάρχει αναγνώριση; Αν η ταυτότητα του Άλλου έχει θρυμματιστεί, τι είναι αυτό που συνεχίζω να αγαπώ; Μήπως η αγάπη- όπως και η ύπαρξη – είναι το όνομα, η ιστορία, η μνήμη μα ταυτόχρονα και πέρα από αυτά; Μήπως μέσα στην ριζική απώλεια φτάνουμε σε μια αγάπη χωρίς κατοχή, μια εγγύτητα χωρίς απαίτηση;

Στη θεραπευτική εμπειρία, η λήθη μας προσκαλεί να βρούμε άλλους τρόπους σχέσης. Αναζητούμε το βλέμμα. Εμπιστευόμαστε τον ρυθμό της παρουσίας. Το βλέμμα του Άλλου, το άγγιγμα, μου θυμίζουν – όχι ποια είμαι – μα ότι Είμαι. Γιατί, κάτι βαθιά μέσα μας ξέρει ότι η Ύπαρξη υπερβαίνει την Ιστορία, το Όνομα και τη Μνήμη της.

#5.2. Η Λήθη ως Αρνηση της Μνήμης και της Νοσταλγίας

Στο μυθιστόρημα του Μιχάλη Μακρόπουλου «Άρης» τρεις ερευνητές – ο χωρίς όνομα αφηγητής, ο Πιερ και ο Ιβάν – βρίσκονται σε μια επιστημονική αποστολή στον πλανήτη Άρη.

«Στον Άρη ο χρόνος απλώνεται στο χώρο και πλέκεται στην υφή του κι ο χώρος κλείνει απολιθωμένο το χρόνο μέσα του. Ο έρημος πλανήτης είναι όλος μια στιγμή που απολιθώθηκε». Απέραντη σιωπή και απόκοσμη ερημιά. Τίποτα να θυμίζει τη Γη. Τίποτα να θυμίζει κάτι ανθρώπινο. Για να επιβιώσουν, ο χωρίς όνομα αφηγητής θυμάται, ο Πιερ νοσταλγεί, και ο Ιβάν λησμονεί.

Ο χωρίς όνομα αφηγητής ζει χάρη στην αλληλογραφία του με τη σύντροφό του Ελένη που είναι πίσω στη Γη. Η μοναδική του ελπίδα στον Άρη είναι η Μνήμη. Είναι ό,τι δίνει νόημα στον έρημο πλανήτη. «Χωρίς το παρελθόν μας στη Γη θα ήμασταν καταδικασμένοι. Θα παύαμε τότε να είμαστε εμείς και δε θα ήμασταν τίποτα». Κι όμως, ο αφηγητής δεν επιλέγει να ακούσει την αγαπημένη του γίηνη μουσική στον Άρη. Να φέρει το παρελθόν του σε αυτό το άγονο παρόν. «Κάθε μελωδία εδώ ηχεί σαν ιεροσυλία που διαπράττει ο πλανήτης σε βάρος οποιασδήποτε μουσικής γράφτηκε για να υμνήσει τη ζωή.» Η επιστροφή του παρόντος στο παρελθόν και του παρλεθόντος στο παρόν δεν είναι μόνο αδύνατη, θα ήταν και καταστροφική, σαν Ζωή που πετρώνει από το άγγιγμα του Θανάτου. Η Μνήμη σώζει, η ένωση των χρόνων που επιδιώκει η Νοσταλγία θα διέλυε κάθε γνώριμο νόημα.

Κάποτε, αφότου έχουν εξαφανιστεί οι υπόλοιποι δύο, ονειρέυεται. Το γίηνο σπίτι του είναι εκεί στον Άρη. Δεν πλησιάζεται, δεν φτάνει εκεί όσο και να περπατάει. «Σαν να μην ήμασταν δύο σημεία στο χώρο αλλά στον απολιθωμένο χρόνο». Ίσως όνειρο, ίσως όραμα, ίσως φαντασία ή τρέλα. «Πλέον, όποτε κοιτάζω έξω από το θόλο, βλέπω το σπίτι μας, ολοένα και πιο κοντά αλλά απρόσιτο, γιατί στο ενδιάμεσο είναι η έρημη πεδιάδα του πλανήτη». Η Ένωση των Χρόνων – ανέφικτη, ανεπιθύμητη, διαρρηκτική: «Αν βρισκόσουν εδώ δίπλα μου, Ελένη, με τον Άρη γύρω μας, […]καμιά ανάμνηση ή σκέψη δεν θα μπορούσε να δρασκελίσει την απόσταση ανάμεσά μας. Θα ‘σουν σαν τη μουσική που δεν αντέχω πια να ακούσω.» Κάποια μέρα, ο χωρίς όνομα αφηγητής χάνεται. Στον Άρη, στη Γη, στο Χώρο, το Χρόνο, ή στην τομή ανάμεσά τους. Αραγε, τελικά, κατάφερε η Μνήμη – που δεν μπορεί κάποια στιγμή παρά να νοσταλγήσει- να τον κρατήσει ζωντανο;

Ο Πιερ νοσταλγεί, μιλάει πολύ για τα παλιά, φέρνει μια ασυγκράτητη αισιοδοξία στην αποστολή του στον Άρη. Ο Πιερ ζει χάρη στη Νοσταλγία του. Θέλει με πείσμα να φέρει τη Γη στον Άρη, να μετατρέψει τον Άρη σε μικρή Γη. Ο Πιερ μιλάει πολύ. Για το παρελθόν και για τα μεγαλόπνοα σχέδιά του στον Άρη. Η φλυαρία του σε αυτόν τον έρημο τόπο είναι παράταιρη σαν νευρικό γέλιο σε κηδεία. Στη φαντασία του πασχίζει να απωθήσει την ερήμωση. Κάποια μέρα ο Πιερ εξαφανίζεται. Χάθηκε καθώς φανταζόταν ότι κατακτά τον Άρη. Ίσως ο Πιερ να χάθηκε εξ’αιτίας της Νοσταλγίας του που δεν υπάκουσε στο ανέφικτο.

Ο Ιβάν ζει χάρη στη Λήθη. Την επιλέγει. Πώς να κουβαλήσεις εδώ το παρελθόν, τον Εαυτό που μέχρι τώρα ήσουν, πώς να φέρεις μαζί σου τη συνέχειά σου στο πιο βαθύ ασυνεχές στο Χώρο και στο Χρόνο; Πώς να φέρεις τη Γη στον Άρη χωρίς να σκιστείς στα

δύο; Η συγκατοίκηση στο ίδιο σώμα του «γήινου» και του «άρειου» εαυτού θα σήμαινε την πιο βαθιά σχάση, την πιο βαθιά τρέλα. «Η μνήμη δεν αντικαθιστά ό,τι δεν υπάρχει πια. Είναι σύμπτωμα αυτής της απουσίας. Αρρώστια». Ο Ιβάν, σκοτώνοντας, ό, τι έχει υπάρξει προηγουμένως, ζει πλήρως εναρμονισμένος με τον Άρη, αφήνεται στην επιρροή του, ρίχνεται μεμιάς να «δονείται σαν υπερευαίσθητη χορδή στον παλμό του έρημου πλανήτη». «Ο Ιβάν είναι ο Άρης[…]τα μάτια του.. Μέσα τους, όποτε τύχει να κοιτάξω, βλέπω την απεραντοσύνη του πλανήτη. Δεν έχουν πια τίποτε ανθρώπινο αυτά τα μάτια. Δεν έχουν ζωή». Ο Ιβάν πιστεύει ότι η Μνήμη είναι εμπόδιο για την αποστολή τους στο Άρη και ότι πρέπει να διαγράψουν τη Γη. Δεν ξέρουμε πώς νιώθει ο Ιβάν. Μιλάει όλο και λιγότερο. Κάποια μέρα, ο Ιβάν εξαφανίζεται. «[…]έφυγε[…] για να ενωθεί με τον πλανήτη[…]μπορεί να είναι οπουδήποτε, αν και το πιο πιθανό είναι, έχοντας γίνει ένα με τον Άρη, να’ναι παντού».

Ο Ιβάν, για όσο επιβίωσε στον Άρη, το κατάφερε χάρη στη Λήθη του. Κάποιες φορές, η Λήθη είναι ο μόνος δρόμος του Εαυτού να υπάρχει χωρίς να διαλυθεί από το βάρος της Ιστορίας του. Κάποιες φορές είναι επιβίωση.

Στη θεραπεία στεκόμαστε δίπλα στον άνθρωπο όσο χρειαστεί ώσπου να μπορεί να επιστρέψει στη Μνήμη χωρίς να συντριφθεί.

#5.3. Η λήθη ως άφημα και ως αποκάλυψη

Κάποια στιγμή τα πράγματα κάνουν τον κύκλο τους, όπως και οι εποχές. Καθώς βαθαίνει το φθινόπωρο, αρχίζουν σιγά σιγά τα δέντρα να γυμνώνονται – δεν ντύνονται πια χρώματα και μυρωδιές που μαρτυρούν μια ιστορία. Μένουν ως ουσία – ως δέντρο – όχι ως δέντρο με τους τάδε καρπούς και το δείνα όνομα. Τα φύλλα πέφτουν με την εμπιστοσύνη ότι δεν χάνονται. Αφήνονται. Καθένα εκεί που κάθε άνεμος οδήγησε, καθένα μόνο – όχι πια φύλλο δέντρου – μα απλά φύλλο. Φύλλο αφημένο στη ροή. Η φύση δεν αντιστέκεται. Απλά Είναι.

Σε αυτή τη στιγμή του κύκλου, το πράγμα παύει να σημαίνει. Στέκει σκέτο, χωρίς σημαίνοντα και σημαινόμενα. Οι ιστορίες που το περιβάλλουν, οι εξηγήσεις, οι μνήμες, ξεθωριάζουν σαν μορφές που χάνονται μέσα στην ομίχλη. Κι εκεί,το πράγμα απομένει γυμνό. Χωρίς όνομα, χωρίς σημασία, χωρίς προσχηματισμένο νόημα, χωρίς καλούπι να το κρατά, χωρίς ρόλο να υπηρετήσει. Γίνεται η μοναδική μαρτυρία της ύπαρξής του, χωρίς ετεροκαθορισμό – γίνεται καλούπι. Αυτή είναι μια λήθη απογυμνωτική: δεν αποστερεί το πράγμα από τον πλουτο του, το αναδεικνύει – στην πυρηνική του ουσία, στην αρχέγονη αλήθεια του.

Ο Heidegger ονόμασε αυτή την εσωτερική στάση Gelassenheit: την ησυχία που κάθεται με ανοιχτότητα. Αφήνεται στο Είναι. Είναι μια στάση αφήματος και υποδοχής του Κόσμου, σαν να τον συναντάς για πρώτη φορά. Χωρίς προηγούμενη γνώση, σχήματα, προκαταλείψεις και ερμηνείες. Σε μια τέτοια Συνάντηση, το πράγμα αποκαλύπτεται. Αποκαλύπτει την φύση και την ουσία του. Και η στάση του αφήματος και της ανοιχτότητας είναι αποκαλυπτική: αφήνει Χώρο στο Είναι να ξεδιπλωθεί ενώ το αγκαλιάζει και το υποδέχεται. Όπως το φως στο ξέφωτο που απλώθηκε, αποκαλύφθηκε από την αποκαλυπτική ανοιχτότητα του δάσους.

Η λήθη αυτή που επιτρέπει στο ον να ξεντυθεί την Ιστορία του γίνεται γνώση. Παρθένα και πυρηνική. Χωρίς επιχείρημα, ερμηνεία, και χωρίς νίκη. Είναι το άφημα να επινοήσει το ον νέες σημασίες μέσα στην αποκαλυπτική ροή του. Και εμείς που του επιτρέψαμε με την ανοιχτή μας στάση να ξεντυθεί παλιά βαρίδια, το υποδεχόμαστε γνήσιο κι ανάλαφρο, το τιμούμε με το να το μαρτυρούμε ήσυχα – και μας μαρτυρά κι αυτό στη νέα μας ματιά αποκαλυμμένους – ξαναγεννημένους. Συνάντηση από λήθη – Συνάντηση αποκαλυπτική.

Ο κύκλος κλείνει. Η φθινοπωρινή στήλη κλείνει. Το φθινόπωρο ολοκληρώνει την εργασία του: αφαίρεση, καθαρισμός, άφημα. Ο αέρας κρυώνει, ο ήχος λιγοστεύει. Δεν έμεινε πίσω κάτι να πέσει. Μείναν μόνο τα γυμνά κλαδιά, όχι φτωχά, μα διαθέσιμα. Έτοιμα να υποδεχτούν.

Και ο άνθρωπος, το ον, η ψυχή, κουρασμένη να κρατά , αφήνεται και – χωρίς μνήμη, χωρίς προσμονή – προετοιμάζεται για το χειμώνα.

Γράψε μου το μήνυμά σου!

ἐν τῇ ἄκρᾳ τῆς σελίδος
τετράγωνον μικρόν

λέξις, ψίθυρος
ἢ καὶ σιωπή

χώρος διὰ σέ, ὀλίγον μικρός
καὶ ὅμως σὲ χωρεῖ